Φαρμακευτικά φυτά, ιδιότητες, παρασκευή και συντήρηση

Φαρμακευτικά φυτά

«Τα βότανα είναι ο φίλος των θεραπευτών και ο έπαινος των μαγείρων» Καρλομάγνος (747-814 μ.Χ)

 

Τα φαρμακευτικά φυτά γνωστά και ως βότανα αποτελούν ένα μεγάλο μέρος του φυτικού βασιλείου και ορίζονται όλα εκείνα τα οποία διαθέτουν δραστικές ουσίες, που κατά τη λήψη τους από ζώντες οργανισμού παρουσιάζουν την ιδιότητα του φαρμάκου. Όλα τα μέρη του φυτού μπορούν να χαρακτηριστούν φαρμακευτικά είτε πρόκειται για άνθη, φύλλα και καρπούς είτε πρόκειται για τον φλοιό και τις ρίζες του. Σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει το Αγγλικό λεξικό της Οξφόρδης «βότανα είναι όλα τα χρήσιμα φυτά, των οποίων οι ρίζες, οι μίσχοι, τα άνθη και τα φύλλα χρησιμεύουν ως τροφή ή θεραπεία, χάρη στο άρωμά τους ή με κάποιο άλλο τρόπο…».

Η ιστορία των βοτάνων

Εκτιμάται πώς τα ανθοφόρα φυτά εμφανίστηκαν για πρώτη φορά πριν από 135 εκατομμύρια χρόνια, κατά την Κρητιδική περίοδο. Στις αρχές της Νεολιθικής εποχής το 5.700 π.Χ. περίπου, στην περιοχή της La Marmotta – Β.Δ. της Ρώμης, στη λίμνη Bracciano ανακαλύφθηκε πως καλλιεργούσαν μια ευρεία ποικιλία ειδών, ενώ άλλα τα συνέλλεγαν στα δάση. Η πρώτη ιστορική αναφορά χρήσης κάποιου φυτού από το Φυτικό βασίλειο στην αρχαία ελληνική μυθολογία γίνεται για το νάρθηκα (Ferula communis subsp. Communis), στο βλαστό του οποίου ο Προμηθέας έκρυψε τη φωτιά που μετέφερε κρυφά από τους θεούς στους ανθρώπους.

Από την Κινέζικη Βοτανοθεραπεία μαθαίνουμε ότι, τα βότανα χρησιμοποιούνται εδώ και 4700 χρόνια, σαν φάρμακα. Το πρώτο βιβλίο βοτανολογίας της Κίνας, που γράφτηκε γύρω στο 2700 π.Χ. αναφέρει 365 φυτά που χρησιμοποιήθηκαν για φαρμακευτικούς λόγους. Ο Αυτοκράτορας της Κίνας, ο Shen Nung, ο οποίος πέθανε το 2.698π.Χ., είναι το πρώτο καταγεγραμμένο πρόσωπο που δοκίμασε φυτά, για να ανακαλύψει ποια ήταν δηλητηριώδη και ποια είχαν ευεργετικές ιδιότητες. Συνέταξε 252 θεραπευτικές περιγραφές βοτάνων, τις επιδράσεις τους στο ανθρώπινο σώμα, το πού μπορούσαν να μαζευτούν και το πώς να διατηρηθούν και να διαχειριστούν. Από τους πρώτους λαούς που βεβαιώνεται ιστορικά ότι έκαναν χρήση των βοτάνων ήταν και οι Σουμέριοι από τους οποίους έχουμε γραπτή αναφορά για θεραπευτικά φυτά το 2200 π.Χ. Παραδοσιακή Iνδική ιατρική με χρήση φαρμακευτικών φυτών είναι γνωστή ως Αγιουρβέδα και έχει ασκηθεί για πάνω από 3.000 χρόνια.

Οι Ασσύριοι γνώριζαν κι αυτοί πώς να τα χρησιμοποιούν για τη θεραπεία διαφόρων παθήσεων. Αξιόπιστη μαρτυρία της χρήσης των φυτών στην ιατρική μας παρέχει η ανακάλυψη της βιβλιοθήκης του Ασσύριου βασιλιά Arsubanibal, η οποία περιέχει αρκετές χιλιάδες πίνακες που έχουν γραφεί πριν από τρεις χιλιάδες και πλέον χρόνια. Σε αυτούς περιγράφονται μερικές εκατοντάδες φυτών που χρησιμοποιούνταν είτε αυτά καθαυτά σαν φάρμακα είτε για τη δημιουργία σύνθετων παρασκευασμάτων. Οι Βαβυλώνιοι επίσης γνώριζαν τον τρόπο χρήσης των βοτάνων για θεραπευτικούς σκοπούς όπως συμπεραίνουμε από τον «Κώδικα» του βασιλιά της Βαβυλωνίας Χαμουραμπί (2250 π.Χ.) που αποτελεί μια ενδιαφέρουσα συλλογή νόμων και βοτανοσυνταγών. Αιγυπτιακοί πάπυροι που χρονολογούνται γύρω στο 1700 π.Χ. μαρτυρούν ότι πολλά κοινά βότανα χρησιμοποιούνται στην ιατρική εδώ και 4000 περίπου χρόνια. Ο αρχαίος πάπυρος που ανακάλυψε ο αιγυπτιολόγος Ebers στη νεκρόπολη των Θηβών, περιέγραφε 700 φυτά, όπως την αλόη, τη γεντιανή, τον κρόκο, την αλισφακιά τα κρεμμύδια κ.α. Είναι εξάλλου γνωστό ότι οι κάτοικοι της αρχαίας Αιγύπτου χρησιμοποιούσαν τα αρωματικά φυτά στις θρησκευτικές τελετές, στην παρασκευή αρωμάτων, αλοιφών, για τη θεραπεία διαφόρων παθήσεων καθώς επίσης για τη μουμιοποίηση των νεκρών τους. Στα ανάγλυφα του ναού του Tutmes του Β’, στο Λούξορ (1450 π.Χ.) μπορούμε να παρατηρήσουμε το «πιο παλιό, γνωστό κατάστημα βοτάνων, χαραγμένο σε γρανίτη», που περιέχει λαξευμένα 275 θεραπευτικά φυτά.

Στη Ελληνική μυθολογία ακόμα αναφέρονται πολλά βότανα τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τις φαρμακευτικές ιδιότητες τους γιατρεύοντας συνήθως ήρωες αλλά και στα Ομηρικά έπη αναφέρονται αρκετά φυτά, με ατελείς περιγραφές, ίσως διότι, ο Όμηρος ήταν τυφλός. Ένας από τους ιατρούς της εποχής όπως μας διηγείται ο Όμηρος, ήταν ο Παιήων, ο οποίος γιάτρεψε στον Όλυμπο τον θεό Άρη με το βότανο «παιωνία», το οποίο έχει και αιμοστατικές ιδιότητες. Οι χρήσεις όμως των βοτάνων δεν περιορίστηκαν μόνο στην ικανότητά τους να γιατρεύουν αλλά και σαν πρώτη ύλη σε μαγικά ξόρκια. Η Δηιάνειρα εξάλλου χρησιμοποίησε την αλοιφή του Κενταύρου στο ένδυμα του Ηρακλή, ασκώντας μια πρακτική της μαγείας, ώστε να αποτρέψει τον Ηρακλή να την εγκαταλείψει για τη νέα του ερωμένη την Ιόλη. Ακόμα η Μήδεια αναφέρεται και ως βάρβαρη μάγισσα φαρμακίδα, που έχει προδώσει την οικογένειά της για να βοηθήσει τον εραστή της Ιάσονα, παίρνοντας ταυτόχρονα έναν δρόμο χωρίς επιστροφή. Σύμφωνα με μία εκδοχή του μύθου, όταν η Μήδεια ταξίδευε στις πεδιάδες της θεσσαλικής γης το σακούλι με τα βότανά της έσπασε, σκορπίζοντας τους μαγικούς και θεραπευτικούς σπόρους στη Θεσσαλία. Ο μύθος του Ιάσονα και της Μήδειας, θεωρούμενος από την οπτική γωνία της ανθρωπολογίας της μαγείας, υπονοεί την ανατολική βοτανική παράδοση που έφθασε ως εδώ από την Ανατολή. Η Μήδεια ήταν θεραπεύτρια και μάγισσα, που έφερε μαζί της τις αρχαίες γυναικείες παραδόσεις των βοτάνων και της μαγείας από την πατρίδα της την Κολχίδα της Μ. Ασίας στο Πήλιο της Θεσσαλίας, γνωστής ακόμα και σήμερα ως «γη των μαγισσών».

Αναφορές φυτών έχουμε και στα Ορφικά έπη (6ος π.Χ. αιώνας) όπου αναφέρονται ο κέδρος, το ψύλλιον (Plantago psyllium), ο κνίκος (Carthamus tinctorius), η αγχούσα (Anchusa tinctoria L.), ο μανδραγόρας, η ανεμώνη κ.α. Ενώ στη Θεογονία του Ησίοδου (8ος π Χ. αιώνας) υπάρχει η πρώτη γραπτή αναφορά για τη μήκωνα. Ήδη από τους υστερομινωικούς χρόνους ήταν γνωστή η χρήση του όπιου, όπως μαρτυρεί και το αγαλματίδιο «η Θεά των Μηκώνων». Δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε και στο θανατηφόρο βοτάνι, που έγινε γνωστό στην Ιστορία από τον τρόπο θανάτου του Σωκράτη, το κώνειο. Στην αρχαία Ελλάδα ο βαθύτερος γνώστης των βοτάνων θεωρούνταν ο Κένταυρος Χείρων. Βότανα, όπως το Κενταύριον και το Χειρώνιον φέρουν ακόμα το όνομά του. Ο μαθητής του Ασκληπιός συνέχισε την επιστήμη και αργότερα ήρθε ο Ιπποκράτης (460-370 π.Χ.) που με τις θεραπείες του αναγνωρίστηκε σαν ο «πατέρας της Ιατρικής». Στο τέλος της προ-ιπποκρατικής περιόδου, η θεραπευτική έπαυσε να ασκείται μόνο από τους ιερείς, καθώς άρχισαν και οι φιλόσοφοι να ασχολούνται μαζί της δημιουργώντας τους φιλόσοφους-ιατρούς. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, υπήρχαν ιατρικές Σχολές και πριν από την ιπποκρατική περίοδο (Κυρήνης, Ρόδου, Κρότωνα, Κνίδου κ.α.), όπου οι Ασκληπιάδες δίδασκαν μυστικά στους απογόνους τους την ιατρική, αλλά σταδιακά τη μάθαιναν και ξένοι. Η θεραπευτική διδασκόταν, επίσης, από τους περιοδευτές, που ήταν πλανόδιοι θεραπευτές και από τους ιατροσοφιστές. Ακόμη, υπήρχαν οι στρατιωτικοί ιατροί, οι αλειπτές ή μειγματοπώλες, που εμπορεύονταν φάρμακα, δηλητήρια, καλλυντικά, οι φαρμακείς ή φαρμακίδες, γυναίκες, που ασχολούνταν με τη συλλογή βοτάνων, οι μυροπώλες, που πωλούσαν μύρα, αλοιφές, θυμιάματα και οι μαίες, γυναίκες καταγόμενες συνήθως από τη Φρυγία και τη Θεσσαλία, οι οποίες εκτός των άλλων ασχολούνταν και με τα εκτρωτικά φάρμακα.

Ο Ιπποκράτης κατέγραψε περίπου 400 είδη βοτάνων που η χρήση τους ήταν γνωστή κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. Αναφέρθηκε στις θεραπευτικές τους ιδιότητες σε μια σειρά βιβλίων του όπου καταγράφει 236 φυτικά φάρμακα, απαλλάσσοντας την ιατρική από την δεισιδαιμονία και την μαγεία. Ο Ιπποκράτης ταξινόμησε σε κατηγορίες όλες τις τροφές και τα βότανα ανάλογα με την θεμελιώδη τους ιδιότητα (θερμό, ψυχρό, ξηρό και υγρό) και θεωρούσε ότι η καλή υγεία διατηρείται όταν οι ιδιότητες αυτές είναι σε ισορροπία, καθώς και με την φυσική άσκηση και τον άφθονο καθαρό αέρα επίσης πίστευε πως αν οι άνθρωποι ζούσαν σωστά και τρέφονταν σωστά, τότε δεν θα υπήρχε η ιατρική, επειδή δεν θα υπήρχαν αρρώστιες.

Την ίδια εποχή με τον Ιπποκράτη έζησε και ο Αριστοτέλης (384-322 π.X.), ο οποίος θεωρείται ο θεμελιωτής των θετικών επιστημών, μεταξύ άλλων, έγραψε και δυο βιβλία «Περί Φυτών». Στη συνέχεια υπήρξαν οι μαθητές του Φανίας, που έγραψε τα «Φυτικά ή Περί Φυτών» το σύγγραμμα του οποίου χάθηκε και ο Θεόφραστος ο Ερέσιος. Ο Θεόφραστος ο Ερέσιος (372 – 287 π.X.) είναι ο πρώτος και ο πιο ολοκληρωμένος γνώστης της βοτανικής. Ακολούθησε καθαρά βιολογικές μεθόδους για την περιγραφή του κόσμου των φυτών αλλά και τις φαρμακολογικές ιδιότητές τους. Θεωρείται ο πατέρας της Βοτανικής και πρόδρομος της φαρμακογνωσίας όμως μετά το θάνατο του η βοτανολογία για πολλά χρόνια παρέμεινε στάσιμη. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος είναι ο μόνος Ρωμαίος συγγραφέας φυσικής ιστορίας στο λατινικό κόσμο που με τις καταγραφές του μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τη Βοτανική των αρχαίων Ελλήνων.

Ο Διοσκουρίδης, γιατρός του Καίσαρα και της Κλεοπάτρας, έγραψε το κλασικό κείμενο De Materia Medica γύρω στο 60 μ.Χ., όπου περιελάμβανε πάνω από 600 θεραπευτικά φυτά, και παρέμεινε σαν ένα πρότυπο εγχειρίδιο για 1500 χρόνια. O Ιπποκράτης μπορεί να είναι σήμερα γνωστός ως πατέρας της ιατρικής, αλλά για αιώνες η τιμή αυτή ανήκε στον Γαληνό, έναν γιατρό του 2ου αιώνα, που έγραψε εκτεταμένα για τις τέσσερις «διαθέσεις» αίμα, φλέγμα, μαύρη χολή και κίτρινη χολή και ταξινόμησε τα βότανα σύμφωνα με τις ουσιώδεις τους ιδιότητες ως θερμά ή ψυχρά, ξηρά ή υγρά. Θεώρησαν πως η καλή υγεία διατηρείται όταν οι ιδιότητες αυτές είναι σε ισορροπία μέσω των θεραπευτικών τροφών, καθώς και με τη φυσική άσκηση και τον άφθονο καθαρό αέρα. Τον 5ο αιώνα το κέντρο της κλασικής γνώσης μεταφέρθηκε στην Ανατολή και κέντρο μελέτης της Γαλήνιας Ιατρικής έγιναν η Κωνσταντινούπολη και η Περσία. Ο Γαληνισμός υιοθετήθηκε από τους Άραβες και συγχωνεύτηκε με τις λαϊκές παραδόσεις και την Αιγυπτιακή γνώση δημιουργώντας έτσι ένα μίγμα αυτοβοτανολογικών ιδεών, πρακτικής και παραδόσεων.

Τον 16ο αιώνα ο Παράκελσος έφερε επανάσταση στις Ευρωπαϊκές απόψεις για τη φροντίδα της υγείας. Ως γιατρός και αλχημιστής υποστήριζε την επιστροφή στα πιο απλά φάρμακα εμπνευσμένος από τη θεωρία της Φυσιογνωμικής. Υποστήριζε πως η εξωτερική εμφάνιση ενός φυτού είναι ενδεικτική των ασθενειών που θεραπεύει. Ήταν φορές που αυτή του η θεωρία αποδείχθηκε απρόσμενα ακριβής. Πίστευε ότι η υγεία του σώματος βασίζεται στην αρμονία του ανθρώπου (μικρόκοσμος) με τη φύση (μακρόκοσμος). Η προσέγγισή του ήταν ότι πρέπει να υπάρχει ισορροπία στα μεταλλικά στοιχεία στο σώμα και ότι οι ασθένειες μπορούν να θεραπευτούν με τη χρήση χημικών ουσιών. Μετά το θάνατό του το επιστημονικό του έργο αναγνωρίσθηκε από πολλούς ιατρούς της Γερμανίας και της Γαλλίας προσδίδοντάς του την προσωνυμία του «Λούθηρου της Ιατρικής».

Το 1649, το πιο διάσημο από τα βιβλία βοτανικής με τίτλο «The English Physician» του Nicholas Culpeper περιλάμβανε 369 φυτά με τις ιδιότητές τους, κληροδοτώντας στις επόμενες γενιές ένα θησαυρό από θεραπευτικές συνταγές με βότανα, ορισμένες από τις οποίες είναι εξίσου χρήσιμες σήμερα όσο και πριν από 350 χρόνια. Ο Culpeper αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στη μελέτη της ιατρικής και της αστρολογίας (θεωρούσε ότι η αστρολογική πλευρά των φυτών ήταν ένα σημαντικό συστατικό της δραστικότητας και χρήσης τους). Ο Samuel Thomson, ιδρυτής του κινήματος της Φυσικής Ιατρικής, συνδύασε την τέχνη των Ιθαγενών Αμερικάνων με τον παραδοσιακό ρόλο της γιάτρισσας του χωριού με θεαματικά αποτελέσματα.

Ο γιατρός William Witheringi το 1775 άρχισε να πειραματίζεται με διάφορα βότανα που τα θεώρησε σημαντικά μετά από τη βελτίωση ενός ασθενή του με χρήση ροφήματος βοτάνων. Ξόδεψε δέκα χρόνια μελέτης πριν δημοσιεύσει την πρωτοπόρα εργασία του για τις παρενέργειες της δακτυλίτιδας, λόγω της τοξικής της δράσης, προσδιορίζοντας την ακριβή δοσολογία και τη σωστή χρήση της. 

Και μετά από αυτό περνάμε στην εποχή όπου τα σύγχρονα φάρμακα απομονώθηκαν από τα φυτά όπου πρώτος ο Friedrich Sertuner το 1803 ανακάλυψε τη μορφίνη, καθώς και τη βασική ύλη της ασπιρίνης που ήταν ο φλοιός της ιτιάς. Ακόμη και σήμερα που η φαρμακοβιομηχανία στηρίζεται πια στα χημικά σκευάσματα, στην κεντρική Ευρώπη οι βοτανικές θεραπείες χρησιμοποιούνται ευρέως στη συμβατική ιατρική. Εκμεταλλευόμενοι τις ευεργετικές ιδιότητες των φυτών και των βοτάνων έχουν μπει στη γραμμή παραγωγής με κλινικά πρότυπα όπως γίνεται και σε όλες τις σύγχρονες φαρμακοβιομηχανίες.

Συστατικά Βοτάνων

Τα ευεργετικά αποτελέσματα των φαρμακευτικών φυτών αποδίδονται σε ένα πλήθος βιοδραστικών, μη θρεπτικών, χημικών ενώσεων που περιέχουν γνωστά με τον όρο φυτοχημικά και τα οποία συνδέονται με τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης ασθενειών. Αυτές οι ενώσεις ταξινομούνται σε Πολυφαινόλες, Τερπενοειδη, Αζωτούχες ενώσεις, Αλκαλοειδή και Θειούχες οργανικές ενώσεις. Το ενδιαφέρον των επιστημόνων έχει στραφεί στον τρόπο δράσης των φυτοχημικών και πως αυτά βοηθούν στη καλύτερη λειτουργία του οργανισμού. Τα συστατικά αυτά μπορεί να βρίσκονται σε ολόκληρο το φυτό αλλά και σε συγκεκριμένα τμήματα όπως η ρίζα, ο βλαστός, το φύλλωμα, τα άνθη και ο καρπός. Τα ενεργά στοιχεία που βρίσκονται σ’ ένα φυτό παρουσιάζονται σε διάφορες ποσότητες, καμιά φορά μπορεί και να λείπει εξ ολοκλήρου από ένα φυτό που για παράδειγμα αναπτύχθηκε κάτω από δυσμενείς συνθήκες ή όταν το φυτό ανήκει σε ποικιλία με χαμηλό ποσοστό ενεργών συστατικών. Καμιά φορά ο αριθμός των ενεργών συστατικών είναι μεγαλύτερος από το φυσιολογικό και σε τέτοια περίπτωση το φυτό έχει ισχυρότερη δράση. Άλλα συστατικά τα οποία λαμβάνουμε από τα βότανα είναι Υδατάνθρακες, Λιπίδια, Μεταλλικά άλατα και Ιχνοστοιχεία Πρωτεΐνες, Βιταμίνες και Αιθέρια έλαια.

Δράσεις Βοτάνων

Τα βότανα είναι πολύτιμα εργαλεία για την ολιστική αντιμετώπιση ενός μεγάλου φάσματος καταστάσεων υγείας και τις περισσότερες φορές δεν παρουσιάζουν μια και μοναδική δράση αλλά ένα πλήθος δράσεων που πρέπει να συνδυάσει ο θεραπευτής για να τα κάνει αποτελεσματικά. Τα βότανα έχουν μέσα τους ενώσεις που δρουν συνεργατικά μεταξύ τους και προσδίδουν στο βότανο μια συνολική θεραπευτική αξία που όσο καλύτερα κατανοηθεί τόσο αποτελεσματικότερη γίνεται η χρήση τους. Ένα βότανο μπορεί για παράδειγμα να είναι ταυτόχρονα τονωτικό και αντιμικροβιακό, ενώ ένα άλλο τονωτικό και αντικαταρροϊκό. Είναι λοιπόν σημαντική η γνώση της δράσης του βοτάνου στο σύνολο της έτσι ώστε να γίνεται η σωστή επιλογή η οποία άλλωστε θα δώσει και την θεραπευτική λύση. Παρακάτω αναφέρονται οι σημαντικότερες δράσεις των βοτάνων αλλά και τα σημαντικότερα βότανα τα οποία τις διαθέτουν.

  • Αναλγητικά: Τα αναλγητικά βότανα σκοπό έχουν να μειώσουν τους πόνους. Η χρήση τους μπορεί να γίνει εξωτερικά αλλά και εσωτερικά ανάλογα με το είδος του προβλήματος. Βότανα τα οποία διαθέτουν αναλγητικές ιδιότητες είναι:
  1. Βαλεριάνα (Valeriana officinalis)
  2. Πασσιφλόρα (Passiflora incarata)
  3. Σκουτελλάρια (Scoutellaria baicalensis)
  4. Πισκιδία (Piscidia erythrina)
  5. Χαμομήλι (Matricaria chamomilla)
  6. Μέντα (Mentha piperita)
  7. Παπαρούνα (Papaver phoeas)
  8. Γλυκάνισο (Pimpinella anisum)
  9. Αγριοτριανταφυλλιά (Rosa canina)
  • Ανθελμινθικά: Τα βότανα αυτά έχουν την ιδιότητα να ξεριζώνουν από το πεπτικό σύστημα τα διάφορα παράσιτα που το ταλαιπωρούν. Βότανα αυτής της κατηγορίας είναι:
  1. Σκόρδο (Allium sativum)
  2. Αλόη (Aloe vera)
  3. Θούγια (Thuja occidentalis)
  4. Χρυσάνθεμο (Tanacetum parthenium)
  • Αντιεμετικά: Τα βότανα τα οποία ανήκουν σε αυτή την κατηγορία έχουν την ιδιότητα να ανακουφίζουν ή να αποτρέπουν τον εμετό. Επίσης μπορούν να μειώσουν και να καταπολεμήσουν το δυσάρεστο αίσθημα της ναυτίας. Γνωστά για αυτές τους τις ιδιότητες είναι τα:
  1. Αγκινάρα (Cynara scolymus)
  2. Καγιέν (Capsicum frutescrns)
  3. Σπειραία (Filipendula ulmaria)
  4. Άνηθος (Anethum graveolens)
  5. Λεβάντα (Lavandula officinalis)
  6. Μάραθος (Foeniculum vulgare)
  7. Μέντα (Mentha piperita)
  • Αντικαταρροϊκά: Τα αντικαταρροϊκά βότανα βοηθούν το σώμα να αποβάλλει τις εκκρίσεις στην περιοχή των παραρρινικών κόλπων, αλλά και σε άλλα μέρη του σώματος. Γνωστά βότανα με αυτές τις ιδιότητες είναι τα:
  1. Αλθαία (Altae officinalis)
  2. Αρκτοστάφυλλος (Uvaursi arctostafylos)
  3. Αχίλλεα (Acillea millefulium)
  4. Βαπτίσια (Baptisia tinctoria)
  5. Βεμπράσκο (Verbascum)
  6. Ευφράσια (Euphrasia)
  7. Εχινάκια (Echinacea angustifolia)
  8. Σαμπούκος (Sambucus nigra)
  9. Σκόρδο (Alium graveolens)
  10. Σολιντάγκο (Solidago)
  11. Υδραστίδα (Hydrastis canadensis)
  12. Ύσσωπος (Hyssopus)
  13. Φασκόμηλο (Salvia)
  • Αντιλιθικά: Σε αυτήν την κατηγορία βοτάνων υπάγονται τα βότανα τα οποία προλαμβάνουν τον σχηματισμό των λίθων ή της άμμου στα νεφρά, ή μπορούν να βοηθήσουν στην αποβολή τους. Τα παρακάτω βότανα είναι γνωστά με αυτή την δράση:
  1. Αγριάδα
  2. Αγάθοσμα
  3. Αρκτοστάφυλλος
  4. Αφανής
  5. Γένια Καλαμποκιού
  • Αντιμικροβιακά : Τα βότανα αυτής της κατηγορίας μπορούν να βοηθήσουν το σώμα να καταστρέψει ή να αντισταθεί σε παθογόνους μικροοργανισμούς. Τέτοια βότανα είναι τα παρακάτω:
  1. Αρκτοστάφυλλος (Uvaursi arcostafylus)
  2. Αρτεμισία το αψήνθιον (Artemisia apsintium)
  3. Βαπτίσια (Baptisia)
  4. Γαρύφαλλο (Eugenia caryofyllus)
  5. Γεντιανή (Gentiana lutea)
  6. Γλυκάνισο (Pimpinela anisum)
  7. Δενδρολίβανο (Rosmarinus)
  8. Ελιά (Olea europea)
  9. Ευκάλυπτος (Eucalyptus)
  10. Θυμάρι (Thymus)
  11. Ινούλα (Inula helenium)
  12. Καλέντουλα (Calendula)
  13. Καγιέν (Capsicum)
  14. Κορίανδρος (Coriandrum)
  15. Μέντα (Mentha piperita)
  16. Μύρο (Comiphora)
  17. Πλαντάγκο (Plantago)
  18. Ρίγανη (Oreganum)
  19. Εχινάκια (Echinacea angustifolia)
  20. Σκόρδο (Alium sativum)
  21. Φασκόμηλο (Salvia)

Εκτός από τις παραπάνω ιδιότητες τα βότανα παρουσιάζουν και ισχυρή Αντιοξειδωτική δράση και με μηχανισμούς δράσης κατά του οξειδωτικού στρες και συνεπώς των ελευθέρων ριζών δρουν κατά της γήρανσης, συνεπώς έχουν και Αντιγηραντικές ιδιότητες. Πρόσφατες μελέτες έχουν πιστοποιήσει την ικανότητα των φυτών αυτών να καταπολεμούν ορισμένες μορφές καρκίνου (Αντικαρκινικά). Πολλά εμφανίζουν σημαντική Αγγειοδιασταλτική ικανότητα και Καρδιοπροστατευτική δράση.

Μορφές βοτάνων

Η επιτυχία στην θεραπεία με φαρμακευτικά φυτά εξαρτάται από το προς χρήση παρασκεύασμά τους. Παραδοσιακά τα βότανα έχουν πολλούς τρόπους χρήσης. Οι τρόποι αυτοί παραμένουν οι ίδιοι μέχρι σήμερα, εκτός από τις περιπτώσεις που ακολουθούν την οδό της φαρμακοβιομηχανίας στην οποία τα φαρμακευτικά φυτά αποτελούν βασικά συστατικά για την παρασκευή φαρμακευτικών σκευασμάτων πιο πολύπλοκων και επιστημονικά πιο ελεγμένων.

  • Αφέψημα: Οι ρίζες, οι φλοιοί και τα φρούτα που είναι παχύτερα και λιγότερο διαπερατά από τα εναέρια μέρη των φαρμακευτικών φυτών, δεν απελευθερώνουν τα ενεργά τους συστατικά με την απλή έγχυση. Αυτά τα μέρη είναι απαραίτητο να σιγοβράσουν ώστε να εξαχθούν. Το σκληρό βότανο πρέπει να κοπεί σε μικρότερα κομμάτια. Προκειμένου να μην χαθούν τα πτητικά συστατικά, τοποθετούμε ένα καπάκι πάνω στο μπρίκι. Αφήνουμε να σιγοβράσει για μια ώρα περίπου, μέχρι ο όγκος του να μειωθεί κατά το ένα τρίτο. Αφού καταπέσουν και διαχωριστεί το στερεό από το υγρό, το πίνουμε ζεστό ή κρύο.
  • Έγχυμα: Το έγχυμα είναι ένας απλός τρόπος εξαγωγής των ενεργών συστατικών των βοτάνων μέσω του ζεστού νερού. Αυτή η μέθοδος χρησιμοποιείται για να εξάγουμε τα πτητικά συστατικά των αποξηραμένων ή πράσινων εναέριων μερών των βοτάνων όπως είναι τα λουλούδια και τα φύλλα. Βάζουμε το βότανο στο νερό πριν βράσει και το αφήνουμε σκεπασμένο με ένα καπάκι για 5-10 λεπτά. Επειδή το βραστό νερό διασκορπίζει τα πολύτιμα πτητικά έλαια των βοτάνων στον ατμό μην τα αφήνετε να βράσουν.
  • Βάμμα: Τα περισσότερα από τα πτητικά συστατικά των φαρμακευτικών φυτών και βοτάνων είναι διαλυτά στην αλκοόλη. Με την εμβάπτιση ξηρών ή φρέσκων μερών του φυτού στην αλκοόλη, τα ενεργά συστατικά εξάγονται εύκολα σε συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν αυτές της έγχυσης και του αφεψήματος. Τα υψηλά συμπυκνωμένα διαλύματα που θα κρατήσουν για ένα ή δύο χρόνια είναι ένας βολικός τρόπος να αποθηκεύσουμε και να χρησιμοποιήσουμε τα φαρμακευτικά συστατικά των φυτών.
  • Σιρόπι: Με σκοπό να συγκαλύψουμε κάποια γεύση που δεν μας αρέσει – ιδίως στα παιδιά- το έγχυμα ή το αφέψημα μπορεί να αναμειχθεί με μέλι. Τα σιρόπια συνδυάζουν την κατευναστική επίδραση του μελιού με τις φαρμακευτικές ιδιότητες των εγχυμάτων ή αφεψημάτων καταλήγοντας σε επιπρόσθετα οφέλη ιδίως για την αντιμετώπιση κρυολογήματος και πονόλαιμου.
  • Αιθέρια Έλαια: Αιθέριο έλαιο είναι ένα υγρό απόσταξης από τα φύλλα, τους μίσχους, τα λουλούδια, τους φλοιούς, τις ρίζες, ή άλλα συστατικά του φυτού. Περιέχουν υψηλό ποσοστό συγκέντρωσης της ουσίας του φυτού και έτσι χρειάζεται να χρησιμοποιούμε μικρή ποσότητα.
  • Αλοιφή: Χρησιμοποιείται μόνο για εξωτερική χρήση. Γενικά η αλοιφή γίνεται με πρώτη ύλη το έγχυμα, το αφέψημα, το χυμό, τη σκόνη του βοτάνου, που τα δουλεύουμε με κερί ή βούτυρο ή και με αλεύρι, μέχρι να γίνουν ένα ομοιογενές μείγμα και τα διατηρούμε σε βάζο.
  • Καταπλάσματα: Για εξωτερική χρήση, κατευθείαν πάνω στο δέρμα, όπου τα δένουμε με ένα ύφασμα για μερικά λεπτά. Αν το βότανο έχει ερεθιστική δράση πρέπει να το απλώνουμε σε βαμβακερό ύφασμα ελαφρά δεμένο για να ελαττώσουμε τη δράση του. Σημαντικό είναι να ξέρουμε και τι θερμοκρασία πρέπει να έχει το κατάπλασμα, γιατί στους 50 βαθμούς χάνονται οι περισσότερες αντιφλογιστικές και σπασμολυτικές ιδιότητες των φυτών.
  • Νωπός Χυμός: Ο νωπός χυμός γίνεται με φρέσκα φυτά που κόβονται και συμπιέζονται. Ο χυμός που παίρνουμε, τοποθετείται σε κρύο μέρος επί μια ημέρα για να κατασταλάξει και μετά φιλτράρεται. 
  • ΣκόνηΤα φυτά που έχουν ξεραθεί στη σκιά, τεμαχίζονται και μετά κονιοποιούνται μέσα σε γουδί. Μερικοί καταναλώνουν την σκόνη των φυτών κατευθείαν ή την ανακατεύουν στις τροφές τους.

Συντήρηση και αποθήκευση βοτάνων

Η σωστή συλλογή, αποξήρανση, διατήρηση και αποθήκευση των βοτάνων παίζει καθοριστικό ρόλο όχι μόνο για την προστασία των ίδιων των φυτών, αλλά για να εξασφαλιστεί ότι θα αποδώσουν στο μέγιστο τις θαυματουργές τους ιδιότητες. Η συλλογή δεν πρέπει ποτέ να γίνεται βροχερές ημέρες, αλλά τις ηλιόλουστες. Τα άνθη και τα φύλλα δεν πρέπει να έχουν πάνω υγρασία.

Αρχικά πρέπει να συλλέξουμε μόνο όση ποσότητα βοτάνων μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και όχι όση μπορούμε να συντηρήσουμε, μιας και δεν ενδείκνυται να τα φυλάσσουμε για περισσότερο από ένα χρόνο. Μεγάλη σημασία έχει ο σωστός τρόπος που συλλέγουμε τα βότανα και τα αρωματικά φυτά, καθώς δε γίνεται μια συγκεκριμένη εποχή. Εξαρτάται σημαντικά από το ποια μέρη του φυτού θέλουμε να συλλέξουμε, από την φύση του κάθε φυτού αλλά και σε ποια περιοχή φυτρώνει. Έτσι συλλέγουμε τους σπόρους, τους καρπούς και το ξύλο τους, όταν αυτοί έχουν ωριμάσει. Τους βλαστούς τους συλλέγουμε την άνοιξη και τις φλούδες συνήθως την άνοιξη ή το φθινόπωρο από νέα κλαδιά. Τα άνθη τα συλλέγουμε στην πλήρη άνθηση, άνοιξη ή φθινόπωρο, τις πρωινές ώρες μετά την δροσιά ενώ τις ρίζες τις μαζεύουμε στο τέλος του καλοκαιριού ή στις αρχές του φθινοπώρου. Τα φύλλα τα συλλέγουμε την εποχή πριν το φυτό ανθίσει, κυρίως τις απογευματινές ώρες.

Ο βασικός λόγος που γίνεται η ξήρανση είναι να εξατμιστεί η υγρασία που περιέχει το φυτό, ώστε να μπορεί να αποθηκευτεί χωρίς να μουχλιάσει και να διατηρεί παράλληλα τις πολύτιμες ιδιότητές του. Η αποξήρανση είναι ο πιο συνηθισμένος τρόπος συντήρησης των βοτάνων. Η ξήρανση στα βότανα πρέπει να γίνεται σ’ ένα μέρος όπου η θερμοκρασία παραμένει σταθερή, ξηρή, ζεστή και με τον αέρα να «κυκλοφορεί» ώστε να αποφευχθεί η συγκέντρωση υγρασίας. Όσο πιο σύντομα γίνεται η ξήρανση, το αποτέλεσμα θα είναι σαφώς καλύτερο.

  • Με φυσικό τρόπο: αποτελεί το παλιότερο τρόπο ξήρανσης και είναι μέθοδος απλή και οικονομική. Γίνεται με τοποθέτηση του βοτάνου σε στεγασμένους, σκιερούς, καλά αεριζόμενους χώρους, δίχως υγρασία. Το φυτό ξηραίνεται κρεμασμένο σε ματσάκια ή απλωμένο σε λεπτές στιβάδες. Η μέθοδος αυτή είναι χρονοβόρα, με διάρκεια που εξαρτάται από τις κλιματολογικές συνθήκες του χώρου και το φυτό. Η ξήρανση στον ήλιο συντομεύει το χρόνο ξήρανσης, αλλά δεν είναι κατάλληλη για σκευάσματα με πτητικά συστατικά π.χ. αιθέρια έλαια καθότι οδηγεί σε απώλειες των συστατικών αυτών.
  • Βιομηχανική ξήρανση: πραγματοποιείται στη βιομηχανική παραγωγή σε διάφορους κλίβανους υπό κενό, που στη περίπτωση πτητικών συστατικών απώλεια, με ρεύμα ξηρού αέρα με διάφορους τύπους ξηραντήρων αλλά και με τη λυοφιλοποίηση (επιταχυνόμενη εξάχνωση του νερού).

Χώρες παραγωγής

Η κυρίαρχη περιοχή παραγωγός φαρμακευτικών φυτών είναι η Ασία. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα φαρμακευτικά φυτά (βότανα) παράγονται στις 16 από τις 25 χώρες και συνολικά ευδοκιμούν πάνω από 1.300 είδη. Το 90% εξ αυτών συλλέγονται απ ευθείας από την φύση καθώς το 10% καλλιεργείται. Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις στην Ε.Ε την περίοδο 2000-2005 ανέρχονταν περίπου στα 86.000 χιλιάδες εκτάρια µε µέσο ετήσιο ρυθμό μείωσης της τάξης του 5,2%, ενώ οι παραγόμενες ποσότητες μειώθηκαν κατά 8,6% το οποίο παραπέμπει σε μείωση των στρεµµατικών αποδόσεων. Χώρες που θεωρούνται πηγή προέλευσης φαρμακευτικών αρωματικών φυτών στην Ευρώπη είναι η Ισπανία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ουγγαρία και κυρίως οι Βαλκανικές χώρες όπως Βουλγαρία, Αλβανία και Τουρκία. Στις τελευταίες χαρακτηρίζεται κυρίως από την συγκομιδή άγριων φυτών και δευτερευόντως από την καλλιέργειά τους. Η χώρα μας χαρακτηρίζεται από την πλούσια χλωρίδα της, καθώς φύονται σε αυτήν πολλά είδη. Τα χαρακτηριστικά του Μεσογειακού οικοσυστήματος αναγκάζουν τα φυτά, να αποκτούν φαρμακευτικές ιδιότητες και αυτό που καταλήγει σε εμάς είναι ο προσωπικός αγώνας επιβίωσής τους κάτω από τις αντίξοες και ακραίες συνθήκες.

Πηγή

Άσε το σχόλιο σου

avatar
  Παρακολούθησε τις απαντήσεις  
Ενημέρωσε με για