Ζωή σε τελευταία πράξη

zoi-se-teleutaia-praksi

Γράφει η Μαίρη Φιλιππίδου Κατσανίδου

Σπίτι

Ξαφνικά το χαστούκι βρήκε το πρόσωπό του, τόσο βίαια το δέχτηκε, που του το γύρισε απότομα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Με φωνή ίσα που ακουγόταν τόλμησε να ρωτήσει.

«Γιατί με χτυπάς; μη με χτυπάς» και ένας λυγμός τον έπνιξε. Τα δάκρυα του κανείς δεν τα πρόσεξε, δεν είχαν τον χρόνο να τα προσέξουν, έπρεπε να τον σηκώσουν, είχε πέσει, αυτό τους εκνεύρισε. Με φωνές και βρισιές τον πέταξαν στο κρεβάτι, τον είχαν βαρεθεί να είναι άρρωστος, να μην μπορεί να συντηρεί τον εαυτό του.

Το χαστούκι έμοιαζε με μαχαίρι στην καρδιά. Έκλαψε αθόρυβα, παρακαλούσε να τελειώνει, να γλυτώσει. Προσφορές και θυσίες όλα ξεχασμένα. Ξενύχτια και δωρεές επίσης. Χαμένα χρόνια χωρίς κάτι για κείνον, μόνο για τους άλλους. Όχι πως αυτό θα τον έσωζε. Ο Άλλος ήταν ψυχρός εκτελεστής.

«Πάλι έπεσες; γιατί ηλίθιε; Να». Νόμιζε πως πονούσε στα πλευρά από το πέσιμο, η κλωτσιά όμως ήταν δυνατή, πιο δυνατή από τα καθημερινά χαστούκια όταν κάτι ήθελε, όπως ένα ποτήρι νερό, ή βοήθεια να πάει στην τουαλέτα.

Δικός μου άνθρωπος είναι, μουρμούριζε, έχει τα δικά του. Και ανεχόταν την βία.

Γηροκομείο…

Θέση καλή, πληρωμή αδρή, προσοχή μηδενική. Ο γιατρός πιο σκληρός δεν γινόταν. Οι ευαισθησίες, τα χαμόγελα τέλειωναν όταν έφευγαν οι συγγενείς από το επισκεπτήριο. Υπήρχε αυστηρό πρόγραμμα ωραρίου, ήταν πρώτης κατηγορίας και η διαμονή πολυτελείας. Μάτια υγρά, χείλη σφιγμένα και μία διαίσθηση γυρόφερνε στο νου του τις επόμενες μέρες.

«Θα φύγω ποτέ από δω;» Επιβεβαίωση της διαίσθησης, ένα μικρόβιο στον οργανισμό τον καθήλωσε. Η αξιοπρέπειά του δεν άφηνε την υπεύθυνη να τον περιποιείται, ήθελε να τα καταφέρνει μόνος. Σκόνταψε, γλίστρησε, σωριάστηκε σε λάθος σημείο, ανάμεσα στην μπανιέρα, δεν είχε κάπου να πιαστεί και η βοήθεια ήταν αναπόφευκτη.

Η αντίδραση ήρθε στιγμιαία, μπουνιά στο πρόσωπο μαζί με τις κατάλληλες βρισιές για να μην το επαναλάβει. Και μόνο το κουδούνι να χτυπούσε για ένα ποτήρι νερό, είχε την ίδια αντιμετώπιση. Χέρια αδύναμα χωρίς χρώμα, πρόσωπο σκαμμένο, φανέρωνε το χρόνο που κυλούσε στις αυλακιές των ρυτίδων .

Τι ήθελε; Τίποτα, μόνο ένα ποτήρι νερό γιατί δεν μπορούσε να το πάρει περπατώντας μόνος.

0 0 votes
Article Rating
Παρακολούθησε τις απαντήσεις
Ενημέρωσε με για
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments