Συναισθήματα, οι δονήσεις της καρδιάς

οι δονήσεις της καρδιάς

Η μέρα και η νύχτα στα μάτια της θάλασσας έχουν το ίδιο χρώμα, το ένα καλύπτει το άλλο, τα νερά αλλάζουν μόνο στα ανθρώπινα μάτια, ίσως γιατί στην γοητεία της… είναι πεζά δεν αντιλαμβάνονται την πραγματική ομορφιά που απλώνεται πάνω της. Έτσι είναι και οι λέξεις στα συναισθήματα που θέλουμε να βγάλουμε για μια στιγμή, ποτέ δεν είναι αρκετές, άλλες πάλι φορές δεν είναι αρκετές για να δώσουν ένα ικανοποιητικό νόημα, για να δώσουμε πάνω σε ότι νιώθουμε. Υπάρχουν τόσες λέξεις που τα περιγράφουν, όσες και οι δονήσεις της καρδιάς. Άλλα απλά, άλλα αυθόρμητα, άλλα φευγαλέα, άλλα ευχάριστα, άλλα δυσάρεστα. Άλλα είναι μικρά σε ένταση κι άλλα μεγάλα. Και αυτά τα τελευταία, είναι που μας τρομάζουν πιο πολύ, αυτά τα έντονα, τα μεγάλα και παθιασμένα που μπορεί να αισθανθεί κάποιος για εμάς. Γιατί άραγε;

Γιατί να μας τρομάζει τόσο πολύ η ζωντανή εκδήλωση των πιο βαθιών συναισθημάτων κάποιου προς εμάς; Από την μία αναζητούμε κάποιος να αισθανθεί για εμάς με όλη του την δύναμη, όλο του τον πόθο, όλο του το πάθος πράγματα για μας, και μόλις αντιληφθούμε ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει όντως, τρέχουμε να φύγουμε μακριά. Το ξορκίζουμε να φύγει, σαν να είναι φάντασμα που μας καταδιώκει.

Τι φοβόμαστε τελικά; Ότι θα αποδειχτούμε λίγοι σε αυτό… σε αυτό το μεγαλείο; Νιώθουμε την ευθύνη ότι δεν θα μπορέσουμε να συμπεριφερθούμε και να φανούμε αντάξιοί του; Αυτό ένα πράγμα μπορεί μόνο να σημαίνει. Ότι είμαστε ευθυνόφοβοι. Δεν έχουμε εμπιστοσύνη στην ίδια μας την αξία και στο ίδιο μας τον εαυτό. Ζητούμε να πάρουμε, μα μόλις δούμε ότι ο άλλος μας δίνει πιο πολλά από αυτά που αξίζουμε, κάνουμε πίσω, γιατί νιώθουμε ότι δεν θα μπορέσουμε να ανταποδώσουμε όλο αυτό που μας δίνεται.

Τα όμορφα και δυνατά συναισθήματα, τα βλέπουμε ξαφνικά σαν ένα τέρας που έρχεται να μας καταπιεί, να καταπιεί όλο μας το είναι, να μας βυθίσει στην απίστευτη, μοναδική ομορφιά του. Και μεις γνωρίζουμε μέσα μας πολύ καλά πόσο άσχημοι και μικροί θα φανούμε. Και πώς θα το αντέξουμε; Πως θα αντέξουμε να φανεί η γύμνια μας, η δειλία μας και η αχρηστία μας μπροστά στο μεγαλείο τούτο. Διαλέγουμε τον εύκολο δρόμο, της φυγής. Μα μην παραπονιόμαστε μετά, ότι δεν ζήσαμε τα ωραία και τα μεγάλα, γιατί εμείς ήμασταν αυτοί που τα διώξαμε και τα απαρνηθήκαμε φοβούμενοι την ευθύνη για την ευτυχία ή την δυστυχία του άλλου η οποία είχε ως πηγή έμπνευσης εμάς. Είμαστε απλά ευθυνόφοβα ανθρωπάκια που αποζητούμε εντέλει την ασφάλεια και την ευκολία και προτιμούμε την ήσυχη μιζέρια από το θάρρος της επανάστασης και του σπασίματος των ορίων του ίδιου μας του ανεξερεύνητου εαυτού.

Δεν είναι ο άλλος τελικά, ούτε τα όποια συναισθήματά του προς εμάς που μας τρομάζει, είναι το ίδιο μας το εγώ που προσπαθούμε να κρύψουμε από εμάς τους ίδιους, γιατί δεν ξέρουμε ούτε πώς να το διαχειριστούμε, ούτε που θα φθάσουμε αν απελευθερωθούμε και αφεθούμε να βιώσουμε την ύπαρξη μας σε όλο της το είναι. Σε μια καινούργια μέρα που ξημερώνει χρειάζεται καρδιά, ψυχή και στόμα για να μίλα, ίσως γιατί αυτά είναι τα σπουδαιότερα πράγματα που έχει ο άνθρωπος, να μπορεί να λέει ότι νιώθει, ότι ονειρεύεται, ότι σκέφτεται! Αυτά είναι που λάμπουν σαν τον Ήλιο.

Το παρών άρθρο δημοσιεύθηκε στην Εναλλακτική Δράση , αλλά από αρθρογράφο που ανήκει στο δυναμικό των Χρονογραφημάτων.

Άσε το σχόλιο σου

avatar
  Παρακολούθησε τις απαντήσεις  
Ενημέρωσε με για