Ο Λευκός Κουραμπιέδας

o-leukos-koyrampiedas

Μια σύντομη λιτή ιστορία για μικρούς και μεγάλους.

Η αγάπη είναι παντού. Ή δώσε ή πάρε ή δείξε σε άλλους πώς να πάνε σε αυτήν.

Παραμονή Χριστουγέννων.

Ο Λευκός Κουραμπιέδας μόλις σηκώθηκε από το ζεστό κρεβάτι του και φόρεσε γρήγορα το λευκό του πουκάμισο. Έπρεπε να κάνει γρήγορα πριν καταλάβει ο παχουλός φούρναρης ότι άργησε σήμερα.

Η πρώτη στάση του Λευκού Κουραμπιέδα ήταν στο σπίτι της γιαγιάς Μάτας. Μια γλυκύτατη γυναίκα που ζούσε μόνη. Δεν είχε παιδιά και όμως αγαπούσε τα παιδιά όλου του κόσμου. Έβλεπε συνταγές στην τηλεόραση και τα σημείωνε με τόσο ενδιαφέρον.

Αργότερα την έβλεπες και μιλούσε μόνη της και ψιθύριζε :«ε κυρά Μάτα και να τα κάνεις ποιος θα τα χαρεί, μόνη σου είσαι, μόνη». Ο Κουραμπιέδας δάκρυζε, ήταν τόσο άδικο μια τόσο χαρούμενη μέρα να είναι κάποιος τόσο θλιμμένος. Στo επόμενο δευτερόλεπτο χτύπησαν την πόρτα για κάλαντα. Η γιαγιά Μάτα καλωσόρισε το μικροκαμωμένο παιδάκι και φεύγοντας του έδωσε και τον Κουραμπιέδα.

O Κουραμπιέδας δεν ήθελε να αφήσει μόνη τη γιαγιά Μάτα αλλά ίσως να τον έδιωξε για να μη τη βλέπει έτσι. Η καινούρια συντροφιά του Κουραμπιέδα ήταν ο Μπου. Θυμωμένος και παραπεταμένος ο Κουραμπιέδας καθόταν επί ώρες στο τσαντάκι του Μπου. Ώσπου έφτασαν σπίτι και τον έβαλε να καθίσει… για μισό λεπτό όμως, αυτό δεν είναι σπίτι.

Ο Κουραμπιέδας ήταν καθισμένος σε ένα χαρτόκουτο σε μια αποθήκη. Πρώτη φορά του συνέβαινε αυτό. Πάντα βρισκόταν σε ζεστά σπίτια, με αναμμένο τζάκι. Σα να μην έφτανε αυτό, φυσούσε κιόλας. Σιγά σιγά έλιωνε το λευκό πουκαμισάκι του. Ο Μπου τον πήρε στη χούφτα του και τον κοίταζε.

«Μακάρι να ήσουν κάτι σα μαγικό λυχνάρι, μακάρι. Δε θα σου ζητούσα τίποτα. Μόνο κάποιον να με αγαπάει», είπε τρεμουλιάζοντας ο Μπου.

«Και αν δεν είμαι μαγικό τζίνι, αλλά μπορώ να σε βοηθήσω;», αποκρίθηκε ο Κουραμπιέδας.

«Τι; Τι; Πως γίνεται αυτό; Μιλάς; Μα δεν μπορεί. Εσύ είσαι απλά…»

«Είμαι απλά…., αλλά άκου με. Δεν έχουμε πολύ χρόνο. Είναι παραμονή Χριστουγέννων. Εσύ είσαι εδώ και μια άλλη υπέροχη γυναίκα είναι κάπου αλλού και τα έχει όλα, σπίτι, φαγητό και όμως της λείπει η συντροφιά, όπως και εσένα σου λείπει η αγάπη Μπου. Πήγαινε. Σε περιμένει.

Εσένα περιμένει εδώ και καιρό. Δεν έχω καρδιά να χτυπάει σαν εσένα, μα σίγουρα αν είχα θα ‘θελα να χτυπά δίπλα σε ανθρώπους που θα αγαπώ και θα με αγαπούν. Και για σένα αυτός ο άνθρωπος είναι η γιαγιά Μάτα »

«Μα τι λες; Τρελάθηκες; Που να πάω; Βασικά δε τρελάθηκες εσύ, εγώ τρελάθηκα που μιλάω με ένα…., με ένα…, με εσένα τέλος πάντων.»

«Σταμάτα. Πήγαινε σε εκείνη που με έφερε στο δρόμο σου. Σε αυτήν. Πες της πως θες ένα σπιτικό για σήμερα μόνο και μετά ας σε διώξει. Εμπιστεύσου με Μπου»

Έτσι και έγινε. Ο μικρός Μπου και η γιαγιά Μάτα έμειναν για πολύ καιρό μαζί. Στην αρχή για μερικά βράδια για να μη μένει έξω ο μικρός Μπου, μετά για μερικά βράδια γιατί ένιωθε μόνη η κυρά Μάτα και φοβόταν, μετά για πάντα, γιατί τα σημαντικότερα συμβόλαια ζωής, είναι αυτά που γράφουν η αγάπη, η συντροφιά, η πίστη και η θέληση.

Δεν ήταν συγγενείς μα αγαπήθηκαν αληθινά χωρίς να υπάρχει λόγος, χωρίς να τους δένει κάτι, σα μάνα και γιος, σα γιαγιά και εγγονός. Το επόμενο πρωί κιόλας ο Μπου έψαξε τον Κουραμπιέδα μα δε τον βρήκε. Είχε φύγει.

Χριστούγεννα.

Ο Λευκός Κουραμπιέδας μόλις σηκώθηκε από το ζεστό κρεβάτι του και φόρεσε γρήγορα το λευκό του πουκάμισο. Έπρεπε να κάνει γρήγορα πριν καταλάβει ο παχουλός φούρναρης ότι άργησε σήμερα.

Η πρώτη στάση του Λευκού Κουραμπιέδα ήταν……

Πηγή

Άσε το σχόλιο σου

avatar
  Παρακολούθησε τις απαντήσεις  
Ενημέρωσε με για