Μια μεγάλη βόλτα στην πόλη!

spiral-3108161_1920

Η μέρα χαμογελούσε και υποσχόταν συγκινήσεις.

Η επιθυμία της για μια μεγάλη βόλτα στην πόλη παρέα με την κόρη της, για ψώνια φαινόταν ότι επιτέλους θα υλοποιούνταν !

Είχε καιρό να επισκεφτεί την κοντινή πόλη και ένοιωθε μουδιασμένη και μάλιστα με την ιδέα να την επισκεφτεί μόνη. Είχε ζήσει εκεί αρκετά χρόνια εγκλωβισμένη στους γρήγορους και απάνθρωπους, τυποποιημένους ρυθμούς της. Τώρα είχε συνηθίσει πια  τους χαλαρούς ρυθμούς ζωής του προαστίου που ζούσε, τα τελευταία οχτώ χρόνια.

Ένα μακρινό σημείο βυθισμένο στα έγκατα του νου της (  έβλεπε τα μικρά φωτεινά σημεία της και ιδιαίτερα τις ημέρες των γιορτών που ήταν στολισμένη) την έκανε  να εκφράσει την επιθυμία της να την επισκεφτεί,  παρέα με την κόρης της ,που προσφερόταν!

Εκείνο το πρωινό που ο ήλιος της χαμογέλασε. Εκείνη πήρε θέση μπροστά στον επιβλητικό βαρύ καθρέφτη του δωματίου της. Κρεμασμένος σχεδόν απ’ το ταβάνι έδειχνε την ολότητα της φιγούρας της από πάνω προς τα κάτω ,παρουσιάζοντας την  περιμετρικά. Τράβηξε πίσω τα βαριά  ανοιχτόχρωμα μαλλιά της και τα έπλεξε σε μια πλούσια κοτσίδα . Σαν φαρδιά ουρά αλόγου. Την στερέωσε στην άκρη με ένα λεπτό ροζ κορδελάκι. Φόρεσε και το βυσσινί μακρύ φόρεμά της.

Η εικόνα της έμοιαζε ότι ταίριαζε απόλυτα με τον ψυχισμό της. Δεν ήταν τίποτε λιγότερο ή περισσότερο απο μια μεσόκοπη καλοδιατηρημένη και ρομαντική επαρχιώτισσα. Υπέροχα φώναξε, επιτέλους!

Κατευθύνθηκε στο χώρο που τα παιδιά έπαιζαν. Η κόρη της ήταν έτοιμη περίμενε κι εκείνη την μητέρα της που με βεβαιότητα για το εγχείρημα της πολυπόθητης βόλτας΄ θα την έπαιρνε  απ’ το χέρι, να κατέβουν στη δημοσιά, για να πάρουν το λεωφορείο για την πόλη. 

Το κοριτσάκι γύρω στα οχτώ του χρόνια ήταν ένα όμορφο και λαμπερό ανοιχτόχρωμο και λιγομίλητο παιδάκι,που έμοιαζε με μικρογραφία της μητέρας του.

Το χρώμα των ενδυμάτων τους μόνο άλλαζε. Ανοιχτό γαλάζιο ήταν το χρώμα του φορέματος της μικρής Ανθής.

Κατέβηκαν στο μεγάλο δρόμο, η κατεύθυνσή τους θα ήταν προς τον νότο.

Με το λεωφορείο αρχικά και όταν έφταναν στο κέντρο της πολύβουης πόλης θα μεταβιβαζόταν στο τραμ μέχρι το τέλος της διαδρομής προς τα νότια προάστια που ήταν τα μεγάλα καταστήματα.

Η διαδρομή φαινόταν συναρπαστική. Η κάθε μια κοιτούσε απο την δικιά της πλευρά έξω απ’ το παράθυρο χαζεύοντας την ομορφιά της φύσης που φορούσε το πολύχρωμο χαλί της και τα μεγάλα δέντρα του κάμπου που απομακρυνόταν κι αυτά παίρνοντας μαζί τους και τις σκιές τους. Τώρα το ανοιχτό γκρι των μεγάλων κτηρίων φαινόταν μεγαλόπρεπο και εκείνες με μάτια ορθάνοιχτα  καλωσόριζαν το ”άστυ” και τις καλωσόριζε κι αυτό νέο και επιβλητικό.

Περνώντας με το τραμ τη μεγάλη αερογέφυρα πάνω απ’ το μεγάλο ποτάμι που διέσχιζε κάθετα την πόλη. Η Αρετή αναφώνησε…”Ανθή κοίτα τις πάπιες τι υπέροχα παίζουν και πλατσουρίζουν στα νερά…!” Η Ανθή κοίταξε χαμογέλασε μα δε μίλησε. Περισσότερο με επιφωνήματα θαυμασμού φαινόταν να εκφράζεται και να αντιδρά η μάνα. Η κάθε μια, όμως  με το δικό της τρόπο χαιρόταν τη διαδρομή.

Ήταν φανερό ότι για καιρό τους είχε λείψει ο τεχνικός πολιτισμός, της όχι και τόσο μακρινής τελικά, πόλης τους.

Σχεδόν μεσημεράκι έφτασαν στη ”νότια πόλη” . Πήραν απο ένα fast food κάτι για το δρόμο και συνέχισαν περπατώντας μέχρι την συνοικία με τα μεγάλα καταστήματα.

Απο τις στολισμένες και μεγάλες βιτρίνες έβλεπαν’ τα πιθανά δώρα που σχεδίαζαν να αγοράσουν αφού πρώτα μπαίνανε και ρωτήσουν τις τιμές. 

Την προσοχή της Αρετής τράβηξε μια βιτρίνα με έτοιμα ενδύματα και συνδυασμένα αξεσουάρ για παιδιά και ιδιαίτερα για κορίτσια. Είχαν φτάσει σχεδόν στην άκρη της ”νότιας πόλης” σε λίγο η ζέστη θα τις αποχαιρετούσε. Ίσως έπρεπε να βιαστούν λίγο ώστε να κάνουν τα ψώνια , για όλους .Και με τη δύση να έπαιρναν ξανά το τραμ και το λεωφορείο της επιστροφής. Αυτές ήταν σκέψεις της Αρετής που τις κρατούσε ερμητικά κλεισμένες στον ασφυκτικά φορτωμένο νου της.

_Σου αρέσει το σετ των αξεσουάρ ,που μοιάζουν ακριβώς ίδια με το φόρεμά σου; Ρώτησε την Ανθή.

_Ναι. Συμφώνησε η Ανθούλα.

_Παρακαλώ θα μπορούσατε να μας δείξετε την τσαντούλα της βιτρίνας; Ναι αυτή που έχει τα ίδια γαλάζια γάντια δίπλα της! 

_Αμέσως κυρία μου. Είπε ο  υπάλληλος.  Είναι σετ που φεύγει πολύ τελευταία. Το προτιμάνε πολύ δεσποινίδες στην ηλικία της όμορφης κόρης σας, έχει και ίδια κοκαλάκια για τα μαλλιά, και καλσόν, κασκόλ , κ.λ.π.

_Βεβαίως και μας ενδιαφέρουν όλα, αφού είναι σετ , απάντησε με εμφανή ενθουσιασμό, η μητέρα.

_Σου αρέσουν Ανθή, έτσι δεν είναι; Η Ανθή κούνησε καταφατικά το κεφάλι της με ένα μικρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της. Η κα Αρετή πήρε την μεγάλη χάρτινη σακούλα με τους φιόγκους και τα ψώνια ,χαιρέτησε τους υπαλλήλους και βγήκε απο το κατάστημα γελαστή, παίρνοντας   το δρόμο της επιστροφής. Προχώρησε αρκετά βήματα ,ίσως και δέκα μέτρα και κατόπιν κοίταξε πίσω της για να πιάσει απο το χέρι τη μικρή Ανθή, που είχε την εντύπωση πως ήταν ακριβώς πίσω της και την ακολουθούσε. 

Πουθενά το παιδί της. Η μικρή Ανθή ,δεν ήταν πίσω ούτε φαινόταν να χαζεύει κάποια βιτρίνα. Άφαντη.

Η Αρετή γύρισε πάλι προς τα πίσω να δει μήπως το παιδί της αποσπάστηκε  κάπου και χαζεύει αμέριμνο. Ο πεζόδρομος έσφυζε από ζωές. Παιδιά με ποδήλατα. Σύγχρονοι γελωτοποιοί παλιάτσοι φιγούρες τσίρκου και ζογκλέρ, διασκέδαζαν το πλήθος χαρούμενοι και ξένοιαστοι. Μόνο η Αρετή δεν μπορούσε να είναι ήρεμη. Άφησε τις αποσκευές της στο πεζοδρόμιο δίπλα της και έπιασε το πρόσωπό της με τα δυό της χέρια. Που είναι το παιδί μου, φώναξε, και ταυτόχρονα παραπάτησε λες και δεν την κρατούσαν τα πόδια της. Κάποιος κλόουν με ασβεστωμένη μούρη και ξυλοπόδαρα την πλησίασε.

Είμαι πιο ψηλά απ’ τους άλλους της είπε. Δεν είδα κάποια ύποπτη κίνηση που να με παραξενέψει στον πεζόδρομο. Όλα κυλάνε ήρεμα ,κάπου εδώ θα είναι και θα φανεί, μην ανησυχείτε, μαζέψτε τα πράγματά σας από κάτω, μη σας βρει και κανένα άλλο κακό, είπε.

Ο προστακτικός τόνος της φωνής του φάνηκε να της αφυπνίζει προς το παρόν την θολωμένη της διάνοια. Μάζεψε τις τσάντες της και άρχισε να προχωρά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Προχωρώντας προς το νοτιότερο άκρο της πόλης συνάντησε μπροστά της μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας μαυροφορούσα που με την συνοδεία τριών παιδιών ανέβαινε τον πεζόδρομο. 

_Σας παρακαλώ, μήπως ανεβαίνοντας συναντήσατε μπροστά σας , κάποιο κοριτσάκι μόνο του με μια χάρτινη τσαντούλα στα χέρια και ξανθιές πλεξούδες; Ρώτησε την γυναίκα. 

_Δεν είμαι σίγουρη. μπορεί !Της απάντησε εκείνη.

_Σας βλέπω πολύ ταραγμένη, η κόρη σας, ήταν;

Η αλήθεια είναι ότι δεν πρόσεξα και πολύ το δρόμο. Είναι η γειτονιά μου και τίποτα δε μου κάνει εντύπωση πια. Νυχτώνει νωρίς το χειμώνα και όλα ίδια μου φαίνονται. Έχω και τα τρία μικρά εγγονάκια που με συνοδεύουν, με τρέχουν να τους πάρω καραμέλες και γλειφιτζούρια και να κουνηθούν στην παιδική χαρά.

Σε λίγο η Αρετή ξεχάστηκε ,αρχίζοντας να εξιστορεί την περιπέτεια που έζησε μέσα  στη μέρα, μετά απο αρκετό καιρό  που είχε να  επισκεφτεί την πόλη. Της είπε ακόμα ότι έμενε σε προάστιο που έμοιαζε με χωριό και για τις οικογενειακές της υποχρεώσεις και γενικά για τις ασχολίες της εκεί.

Η γηραιά κυρία τότε την ρώτησε αν το παιδί της έχει ζήσει παλιά στην πόλη κι αν έχει μνήμες απ΄αυτή.

Σε ηλικία ενός έτους, που ήταν η Ανθή, όταν εγκαταλείπαμε το σπίτι μας εδώ, τι μνήμες να έχει;, δε νομίζω. Απάντησε η Αρετή.

_Δεν επισκέφτηκε ξανά απο τότε ποτέ το σπίτι σας, εδώ; 

_Ναι στα τέσσερα πριν μας εγκαταλείψει ο πατέρας της. Απάντησε η Αρετή.

_Εκεί να πας της είπε. Πολλά παιδιά αν χαθούν ,θυμούνται κάποια σημεία αναφοράς τους σε ένα τόπο, και γυρίζουν εκεί.

_Μα είναι προς το δυτικό άκρο της πόλης. Πώς να πάει εκεί; Σχεδόν νύχτωσε, πώς θα το βρει. Ίσως κι εγώ δυσκολεύετε να βρω το δρόμο, για εκεί! 

_Πήγαινε, εκεί είναι ,της είπε η γιαγιά, με σιγουριά.

Η Αρετή δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να εξαντλήσει όλα τα περιθώρια που είχε προκειμένου να βρει την κόρη της. Αν δεν την έβρισκε, θα πήγαινε στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα, προκειμένου να δηλώσει την εξαφάνιση.

Ξεκίνησε χωρίς δεύτερη σκέψη και ρωτώντας κάποιους περαστικούς που την ενημέρωσαν για το δρόμο φάνηκε να κατάλαβε απο ποιο σημείο θα τον προσέγγιζε πιο εύκολα. Σε σαράντα λεπτά περίπου βρισκόταν έξω απο τον αυλόγυρο. Πρόσεξε ότι απο κάποιο τζάμι φαινόταν ένα αμυδρό φως. Πλησίασε και χτύπησε το παράθυρο σε λίγο κάποιος της άνοιξε την εξώπορτα. Μπήκε και ήταν πολύ σκοτεινά. Πίσω της στεκόταν το άτομο που της άνοιξε. Μικρή μου φώναξε. Η μικρή Ανθή προχώρησε προς τα πίσω απομακρυνόμενη. Προχώρησε προς το δωμάτιο που φαινόταν ο χαμηλός φωτισμός. Ακολούθησε η Αρετή.

Το φως της λάμπας της έδειξε ένα μικρό παιδί που καθόταν σταυροπόδι πάνω σε ένα μαξιλάρι σαλονιού. Τα μαλλιά της ήταν ξέπλεκα. Το πρόσωπο της σοβαρό και ώριμο, χωρίς ίχνος χαράς, μάλλον αυστηρό έμοιαζε. 

_Γιατί της είπε τραυλίζοντας. Γιατί δε με ακολούθησες;

Δίπλα της σε παράταξη είχε πολλές κούκλες ατημέλητες με φορεματάκια βρόμικα και παραδίπλα κάποιες τσαντούλες παλαιές και την νέα με τα ίδια γάντια .

_Ήθελα να μπορούσαμε να επισκεφτούμε το διπλανό κατάστημα της είπε. Απο εκεί ήθελα να αγοράσουμε κάτι για τον υπολογιστή μου !

_Και γιατί δε μου το είπες; Την ρώτησε έκπληκτη. 

_Γιατί δε θα με άκουγες καν, μαμά . Της απάντησε σοβαρά και με παράπονο η Ανθή. 

_Ανέβηκα λοιπόν τις διπλανές κλιμακούμενες σκάλες, ακριβώς δίπλα από το κατάστημα που επισκεφτήκαμε.  Όταν εσύ έφυγες βιαστική γιατί είχες τελειώσει με τα ψώνια σου. Ρώτησα την τιμή του εξωτερικού επεξεργαστή και στη συνέχεια επειδή κατάλαβα ότι δε θα μπορούσα να τον αγοράσω διαφορετικά,σκέφτηκα να καθαρίσω τις κούκλες μου και τα άλλα παιχνίδια που έχω εδώ ,χωρίς αξία χρήσης και να αγοράσω ότι θέλω και επιθυμώ πολύ. Να αποθηκεύω και να παίζω ηλεκτρονικά παιχνίδια που μου αρέσουν πιο πολύ. Αυτό ήταν όλο. Σταμάτα τα περιττά λόγια και τις δικές σου επιθυμίες μητέρα. Εγώ τέτοια παιχνίδια χρήσιμα και του σήμερα θέλω να παίζω. Όλα τα απαρχαιωμένα του χθες είναι πολύ πίσω και δε συμβαδίζουν με το τι υπάρχει σήμερα μητέρα.

Δυστυχώς δε μπορώ να ζω στο δικό σου κόσμο, μαζί σου. Έχω άλλες ανάγκες που να ανταποκρίνονται στο σήμερα.

_Πράγματι παιδί μου δεν κατάλαβα πότε μεγάλωσες και ωρίμασες τόσο. Επίσεις δεν κατάλαβα πως οι επιθυμίες σου ,απέχουν τόσο πολύ απ΄τις δικές μου!

Πόσα χρόνια πέρασαν που ήμουν εγώ παιδί, ακόμα αναρωτιέμαι ,πόσο πολύ διαφέρουμε και πόσο γρήγορα άνοιξες τα φτεράκια σου να πετάξεις με τις δικές σου δυνάμεις, χωρίς να κοιτάζεις πίσω σου, μόνο μπροστά!

_Βλέπω όμως πάντα πλάι μου. Απάντησε η μικρή. Και τις πιο πολλές φορές δε βλέπω κανέναν. Άρα βαδίζω και αποφασίζω μόνον εγώ για μένα και επιλέγω ότι μου ταιριάζει καλύτερα για να το τοποθετήσω πλάι μου!

_Ορισμένα αντικείμενα μας βοηθούν πιο εύκολα να μεγαλώσουμε μητέρα. Δε νομίζεις; Ρώτησε η μικρή Ανθή.

_Άλλος κόσμος, διαφορετικός, απλώνεται μπροστά μου. Τίποτα δεν είναι όπως πρίν. Έφτασε ετούτη η μεγάλη βόλτα στην πόλη, να με κάνει να τον ανακαλύψω! 

Posted in ,
Βιβή Καρά

Βιβή Καρά

Με συγκλονίζει η συγγραφή. Αποτελεί για μένα βασική ζωτική λειτουργία. Σκοπός μου είναι με την αρθρογραφία να αφυπνίσω και να συμβάλλω στην ψυχική ισορροπία των αναγνωστών μου.

Άσε το σχόλιο σου

avatar
  Παρακολούθησε τις απαντήσεις  
Ενημέρωσε με για