Κάστρα και οχυρά της Μεσσηνίας: Η Καρδαμύλη (γ’ μέρος)

Καρδαμύλη

Γράφτηκε από τον Γιάννης Μπίρης

Ο σκοτεινός ρόλος των διαφόρων περιηγητών του υπόδουλου ελληνικού χώρου, μετά μάλιστα τα κατορθώματα του λόρδου Elgin, φαίνεται και στο ημερολόγιο του νεαρού Άγγλου αρχιτέκτονα Charles Robert Cockerell που έφθασε στην Ελλάδα το 1810 υπό την κάλυψη του τίτλου του βασιλικού αγγελιαφόρου, δήθεν για τον αγγλικό στόλο της Ανατολικής Μεσογείου.

Ο Cockerell όμως μαζί με άλλους είχαν συστήσει μια πολυεθνική εταιρεία αρχαιοκαπηλίας και επισκέφθηκαν την Ελλάδα με κύριο στόχο την αναζήτηση αρχαίων με επιτόπιες, παράνομες βέβαια ανασκαφές. Το ημερολόγιο του Cockerell έχει όμως σήμερα ιδιαίτερη αξία, αφού περιγράφει πολλά από τα πρόσωπα αλλά και τους τόπους της προεπαναστατικής Ελλάδος.

Οι “περιηγητές” λοιπόν είχαν πληροφορηθεί ότι στο Ταίναρο υπήρχε αρχαίος ναός του Ποσειδώνα που προσφερόταν για αρπαγή. Έτσι έφθασαν στη Σκαρδαμούλα της Μάνης όπου συναντήθηκαν και με τον καπετάν Παναγιώτη Μούρτζινο. Γράφει ο Cockerell:

«…Ένας παχύς, ωραίος γέροντας… που αναγνώριζε και θλιβόταν που οι Έλληνες δεν είχαν ηγέτη… που όμως έλεγε, πως αυτό δεν θα αργήσει να γίνει και σύντομα ο μεγάλος σκοπός και οι ελπίδες τους θα πραγματοποιηθούν (….)

Το κάστρο του Μούρτζινου ήταν χτισμένο πάνω σε βράχο, στην κοίτη ενός ποταμού. Γύρω από μια αυλή και μια εκκλησία υψώνονταν διάφοροι πύργοι. Στην πύλη του υπάρχει ένας πέτρινος πάγκος όπου κάθεται τριγυρισμένος από τους υπηκόους και τους συγγενείς του, που στέκονται όρθιοι, εκτός αν τους καλέσει να καθίσουν. Οι χωρικοί του φέρνουν δώρα (υποχρεωτικές εισφορές), φρούτα και  πουλερικά. Πάνω σ’ένα ψηλό βράχο φαινόταν ένας πύργος-παρατηρητήριο, όπου βιγλάτορες φρουρούσαν μέρα και νύχτα. Ολα αυτά μου έδωσαν την εντύπωση μεσαιωνικής ζωής, απίστευτης για έναν Άγγλο του 19ου αιώνα (….)

Ο καπετάν Μούρτζινος είχε απόλυτη εξουσία πάνω σε 1.000 περίπου άντρες. Μπορούσε να επιβάλει οποιαδήποτε τιμωρία, κατά την κρίση του. Πριν λίγες μέρες είχε εκτελέσει έναν ατίθασο υπήκοο που δεν συμμορφωνόταν στις διαταγές του. Μας έδειξε μάλιστα ένα πηγάδι που κατέβαζε όσους ήθελε να εκβιάσει για να αποσπάσει χρήματα. Σε δύσκολους καιρούς, κυρίως όταν δεν υπήρχε ελαιοπαραγωγή, άρχιζε πόλεμο με τους γείτονες για αρπαγή. Στη διάρκεια μιας τέτοιας εκστρατείας γύριζε στο χωριό με λάφυρα αξίας 1.000-1.500 πιάστρων».    

[Κυριάκου Σιμόπουλου: “Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα” τόμ. Γ2]

Ο C.R. Cockerell όμως δεν ξέρει ότι στο μουρτζινέικο “κάστρο” κάθε μέρα, μεσημέρι και βράδυ, μετά το κάλεσμα της καμπάνας από τον καπετάνιο, έβρισκαν τροφή πολλοί φτωχοί χωρικοί, άσχετοι με την οικογένεια των Μούρτζινων:

«…Εσήμανεν και ούτος μέγαν κώδωνα κατά πάσαν μεσημβρίαν επί του αρίστου και κατά πάσαν εσπέραν επί του δείπνου, προσκαλών ούτω δημοσία τους έχοντας ανάγκην ή τους θέλοντας να γευθώσι· και δεν παρήρχετο ημέρα, κατά τον Ι. (Γενναίο) Θ. Κολοκοτρώνην, καθ’ ην να μη διετρέφοντο παρ’ αυτώ πλουσιώτατα 50-100 άνθρωποι ξένοι της οικογενείας του Μούρτζινου».

[Από τους παράλληλους βίους του Α. Γούδα]

Έτσι ο καπετάν Μούρτζινος είχε αποκτήσει μεγάλη δύναμη στη Μάνη και βέβαια πολλούς πιστούς οπαδούς. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γράφει στα απομνημονεύματά του πως «ο Μαυρομιχάλης είχε το όνομα μπέης, αλλά ο Μούρτζινος είχε την δύναμιν εις την Μάνην…».

Η ιστορία του καπετάν Παναγιώτη Μούρτζινου μέσα από τη διήγηση του Cockerell παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί μέσα από αυτή βλέπει κανείς όλο το κλίμα της προεπαναστατικής εποχής. Οι Τούρκοι κρέμασαν τον πατέρα του Μιχαήλμπεη Τρουπάκη το 1782 στην Τριπολιτσά (σύμφωνα με τον Cockerell, που εδώ όμως κάνει λάθος στον τόπο της εκτέλεσης, αφού ο Μιχαήλμπεης κρεμάστηκε από το κατάρτι της τουρκικής ναυαρχίδας του καπουδάν-πασά, στη Μυτιλήνη). Στη συνέχεια οι Τούρκοι κατέλαβαν και το οχυρό συγκρότημα της Σκαρδαμούλας. Ο Παναγιώτης Μούρτζινος κατάφερε να ξεφύγει και πέρασε απέναντι, στην Κορώνη, όπου όμως έγινε αντιληπτός και φυλακίστηκε. Μέσα στη φυλακή ένας ιερωμένος του έδωσε μια λίμα και αφού κατάφερε να δραπετεύσει κατέφυγε στην κατοικία του Αγγλου προξένου όπου και βρήκε προστασία. Ερημος και άνεργος βρήκε δουλειά σ’ ένα γαλλικό πειρατικό και γνώρισε όλες τις θάλασσες στην ανατολική Μεσόγειο. Οταν ξαναγύρισε στη Σκαρδαμούλα, πήρε πάλι την πατρική περιουσία και έγινε καπετάνιος της παραλιακής Ανδρούβιστας. Στη μεσογειακή Ανδρούβιστα τότε ήταν καπετάνιος ο Θοδωράκης Κιτρινιάρης. Ομως και πάλι οι Τούρκοι πολιορκούν το “κάστρο της Καρδαμύλης” και αναγκάζουν τον καπετάν Μούρτζινο να καταφύγει με λίγους πιστούς οπαδούς του στη Ζάκυνθο. Οταν όμως ξαναγύρισε, μετά από λίγους μήνες, βρήκε να έχει καταλάβει τον πύργο του ένας γείτονάς του που υποστηριζόταν από τους Κιτρινιαραίους της Ανδρούβιστας. Έτσι, ο Μούρτζινος αφού συγκέντρωσε τους οπαδούς του πολιόρκησε τον πύργο του. Στη διάρκεια των επιχειρήσεων, αφού σκοτώθηκε από πτώση κεραυνού ο σφετεριστής γείτονας, ο καπετάνιος ξαναπήρε το “κάστρο” του. Όμως και πάλι οι Τούρκοι έρχονται και πολιορκούν το οχυρό. Ο Μούρτζινος με 62 οπαδούς αμύνεται ηρωικά για σαράντα μέρες. Τότε από τους σφοδρούς κανονιοβολισμούς των Τούρκων γκρεμίστηκαν οι πύργοι και “σώθηκε” το μπαρούτι. Ο καπετάν Μούρτζινος αφού κατάφερε να στείλει τη γυναίκα του και το δεκατριάχρονο μοναχογιό του Διονύσιο στη Ζάκυνθο, αποφασίζει έξοδο και ακολουθεί κι αυτός με λίγους πιστούς οπαδούς του. Μετά την επιστροφή του ξαναπήρε την καπετανία και ευτύχησε να βαδίσει μαζί με τους άλλους Μανιάτες και τον Κολοκοτρώνη σαν απελευθερωτής το Μάρτιο του 1821 στην Καλαμάτα. Τον επόμενο χρόνο, στο τέλος του Ιανουαρίου, ο καπετάν Παναγιώτης Μούρτζινος αρρώστησε και πέθανε. Τον διαδέχθηκε ο μοναχογιός του Διονύσιος Μούρτζινος. 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η περιγραφή του Αμερικανού Henry A.V. Post που ταξίδεψε το τέλος του 1827 στην Ελλάδα σαν συνοδός της δωρεάς των Φιλελληνικών Κομιτάτων της Νέας Υόρκης και κατέγραψε χωρίς ιδιοτέλεια, αλλά με “δυτικό μάτι”, πρόσωπα και καταστάσεις της περιόδου μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Ο Post από τη συνάντησή του με τον καπετάν Διονύσιο Μούρτζινο, στον πύργο του στη Σκαρδαμούλα, τον Δεκέμβριο του 1827 περιγράφει:

«Ήταν ένας άνδρας στιβαρός και αγροίκος στην εμφάνιση ο Μούρτζινος, ολότελα διαφορετικός από τους άλλους Μανιάτες αρχηγούς. Ξεχώριζε από την τραχύτητα των τρόπων και την ατημέλητη αμφίεσή του. Φορούσε μια ρυπαρή και τριμμένη ενδυμασία κι από πάνω μια δασύμαλλη φλοκάτη. Οι πιστόλες που είχε στη μέση του ήταν απλές, χωρίς στολίδια και μαλάματα. Τα παχιά ψαρά μουστάκια του κατέβαιναν κάτω από το σαγόνι και τα ψαρά μαλλιά του, κουρεμένα στο μέτωπο και τους κροτάφους, κρέμονταν άγρια και ανακατωμένα σαν τζίβα στον αυχένα. Μια μικρή λιγδιασμένη σκούφια ήταν κολλημένη στην κορφή του κεφαλιού. Είχε το ύφος και τους τρόπους ενός άξεστου βαρβάρου, ολότελα άσχετου με τον πολιτισμό και τη χάρη (….)

Όμως αυτός ο “άξεστος βάρβαρος” ήταν ένας από τους γενναίους που πολέμησαν και αντιστάθηκαν με καρτερία και σθένος στον Ιμπραήμ στη Βέργα του Αλμυρού αλλά και ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες της ελληνικής επαναστάσεως. Ο Διονύσιος Μούρτζινος κατατάχθηκε στη Φιλική Εταιρεία στις 18 Νοεμβρίου 1818 από τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και ήταν ένας συνεπής και αγνός αγωνιστής. Το 1824 έγινε συνυπουργός των στρατιωτικών με τον Αναγνωσταρά και το Χριστόφορο Περραιβό και ήταν ένας από τους λίγους ισχυρούς αγωνιστές που δεν αναμείχθηκε ιδιαίτερα στις εμφύλιες διαμάχες, αν και ήταν πιστός φίλος του Κολοκοτρώνη. Κινήθηκε με μετριοπάθεια και παρά την αντιπαλότητά του με τους Μαυρομιχαλαίους προσπάθησε να συμβιβάσει τις πολλές διαφορές μεταξύ των Μανιατών. Αυτό το κατάφερε καλύτερα στη Βέργα όπου και διακρίθηκε ιδιαίτερα. Ο Διονύσιος Μούρτζινος ήταν ανιδιοτελής και πρόσφερε πραγματικά στον αγώνα. Αυτό φαίνεται και από τα χρέη που άφησε μετά το θάνατό του, το Φλεβάρη του 1830, στο γιο του Γιωργάκη. Οι κληρονόμοι του αναγκάστηκαν να πουλήσουν την περιουσία στην Καρδαμύλη και αρκετά οικογενειακά κειμήλια για να καλύψουν τις υποχρεώσεις που άφησε ο Διονύσιος. Ο ανήλικος γιος του πέρασε υπό την προστασία του Γέρου του Μοριά, που τον πρόσεξε σαν δικό του παιδί. Ο Γιωργάκης Μούρτζινος δεν άφησε άρρενες κληρονόμους και έτσι “χάθηκε” το μουρτζινέικο σόι. Και συνεχίζει ο Post:

«Εκεί βρισκόταν και ένας πλούσιος έμπορος από την Καλαμάτα, πρόσφυγας και προστατευόμενος του Μούρτζινου, ο σινιόρ Κορνήλιος. Η εμφάνιση και οι τρόποι του αποτελούσαν ένα φραγκοελληνικό ανακάτωμα. Φορούσε ευρωπαϊκά πανταλόνια, ελληνικό σιλάχι, τζουμπέ και φεσάκι. Οταν έβγαινε πρόσθετε πάνω από το φεσάκι κι ένα πελώριο φουσκωτό καπέλο. Τη μια στιγμή μιλούσε ελληνικά, την άλλη ιταλικά. Το ίδιο ανακάτωμα και στην επίπλωση του σπιτιού του. Σε μια γωνιά της μικρής κάμαρας έβλεπες ένα κρεβάτι, “το μοναδικό ίσως της χώρας”, και στην άλλην έναν τουρκικό σοφά, καθρέφτη στον ένα τοίχο -ασυνήθιστη πολυτέλεια- και στον άλλο ένα τουφέκι, εδώ καρέκλα, εκεί στρώμα, μπαστούνι περιπάτου και τσιμπούκι…».

[Κυριάκου Σιμόπουλου: “Πώς είδαν οι Ξένοι την Ελλάδα του ’21” τόμ. E΄, Αθήνα 1984]

Πρόκειται για τον 39χρονο τότε Ιάκωβο Κορνήλιο, σημαντικό οικονομικό παράγοντα της Καλαμάτας. Ο Κορνήλιος ήταν Ζακυνθινός, έμπορος στην Κωνσταντινούπολη που κατέβηκε μαζί με το Θεόδωρο Νέγρη, στην Καλαμάτα και κατατάχθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Ηλία Χρυσοσπάθη το 1818. Το 1826 μαζί με τον αρχιδιάκονο Ιωακείμ αποτελούσαν την ανεπίσημη επιμελητεία των Μανιατών και μάλιστα φρόντισαν για τον εφοδιασμό με τρόφιμα και πυρομαχικά των αμυνομένων στη Βέργα του Αλμυρού.

Για περισσότερες φωτογραφίες σχετικά με το άρθρο επισκεφτείτε την εφημερίδα eleftheriaonline.gr 

 

Άσε το σχόλιο σου

avatar
  Παρακολούθησε τις απαντήσεις  
Ενημέρωσε με για