“Ελάχιστο”

"Ελάχιστο"

Την άνοιξη με πιάνει κάτι σαν αλλεργία που κάνει τα μάτια μου και τη μύτη μου να τρέχουν. Αλλά όχι από τη γύρη. Η άνοιξη για μένα είναι γεμάτη από αλλεργιογόνα της ψυχής. Αναμνήσεις που ξυπνάνε κάθε που ο ουρανός έχει πάλι το ίδιο χρώμα και ο αέρας μυρίζει σκορπισμένα ανθάκια. Είναι οξύμωρο που η αναγέννηση της φύσης και το μπουμπούκιασμά της είναι συνυφασμένα στο μυαλό μου με τόσες μνήμες απώλειας. Όμως έτσι είναι η απώλεια, η φύση και η ζωή κι αυτό το κειμενάκι μπροστά τους είναι «ελάχιστο».

Η απώλεια είναι ένα φίλτρο που αφαιρεί το χρώμα, μουδιάζει τα συναισθήματα και μονώνει την αφή. Δε μεταφέρει ήχο, μόνο κάτι δάκρυα βουβά και τόσο βαριά που δε βαστιούνται. Αναβλύζουν με τυχαία συχνότητα και εγκαταλείπουν τα μάτια κυλώντας ένα-ένα, χωρίς εντυπωσιασμούς, χωρίς φανφάρες, μόνο με πόνο σιωπηλό, που ριζώνει και κολλάει σαν πλαστικό γάντι.

Όμως πολλοί τη γνωρίζουν καλά την απώλεια και δε χρειάζονται τέτοιου είδους συστάσεις. Υπάρχει μάλιστα ένα μυστήριο δέσιμο μεταξύ τους, κάτι σα μυστικός κώδικας επικοινωνίας, μία αλληλοκατανόηση διαφορετική, λες και είναι όλοι σφραγισμένοι στο στήθος από κάτι ιερό, σαν να κρατιούνται μεταξύ τους από το χέρι, χωρίς καν να γνωρίζονται. Πολύ πιθανά ζουν και με ανάλογες «αλλεργίες».

Όταν με επισκέπτεται αυτή μου η ανοιξιάτικη «αλλεργία» δεν ξέρω πάντα τι να την κάνω. Πώς να τη χειριστώ. Πού να βολέψω τόσο επετειακό «βάρος» το οποίο, έτσι κι αλλιώς, δεν είναι λιγότερο τις άλλες εποχές. Μου είναι άραγε επιτρεπτό να χαμογελάσω τέτοιες μέρες; Κάθε χρόνος ένα σημαιάκι στο σχοινί και κάθε σχοινί μία στριφογυριστή γιρλάντα που όποτε την ακολουθώ προς τα πίσω όλο με κάτι θλίβομαι αλλά όλο και με κάτι χαμογελώ.

Θλίβομαι για τις μάχες που είναι άνισες και που τις δίνουν οι πιο ανδρειωμένοι. Ταυτόχρονα, όμως,  χαμογελώ για αυτούς τους ανθρώπους, που ενώ ο δημιουργός είχε ήδη βάλει στην τσέπη τους το εισητήριο της αναχώρησής τους, με κοίταζαν ίσια στα μάτια και με δίδαξαν τι σημαίνει θάρρος και δύναμη υπεράνθρωπη. Που δε μιλούσαν για τον πόνο τους παρά έλεγαν «τύλιξε το λαιμό σου μην αρρωστήσεις, κάνει κρύο ακόμα»… και τυλιχτήκαμε όλοι, όπως μπόρεσε ο καθένας, με τη δική του δύναμη και προχωρήσαμε και καταφέραμε τόσα πολλά και σπουδαία από τότε. Με αυτό χαμογελώ πλατιά.

Χαμογελώ που η σκέψη μου αναδύεται και επιστρέφει στο τώρα κάθε φορά πιο φρέσκια, με ένα κοχύλι που λαμπυρίζει στο χέρι, βγαλμένο και ξεπλυμένο από τη θάλασσα των αναμνήσεων. Το φιλάω γλυκά και το βάζω στο κουτάκι του με τα άλλα. Βαδίζω μπροστά, με ένα θησαυρό ανεκτίμητο, βαρύ και ταυτόχρονα ανάλαφρο. Κι όση κυματική κι αν έχω μελετήσει, είμαι -κόντρα στην επιστήμη- πεπεισμένη πως, όταν κοιτώ ψηλά προς τον ήλιο, με το ένα μάτι κλειστό από το έντονο φως, αυτό το κλείσιμο του ματιού, παιχνιδιάρικο, όλο υποστηρικτική συνωμοσία, μου επιστρέφεται.

4.5 2 votes
Article Rating
Παρακολούθησε τις απαντήσεις
Ενημέρωσε με για
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments