Δεν θέλω να γράφω…

Δε θέλω να γράφω…

Γράφει η Γεωργία Αγαπάκη

 

Δε θέλω να γράφω…

..γιατί στη σύγκρουση με το αιώνιο είμαι προκαταβολικά χαμένη.

Πάει λοιπόν καιρός που σιώπησα. Πέταξα τα μολύβια, καταράστηκα το λευκό χαρτί κι έμεινα με το αυτί κολλημένο στον μανδύα της μαγείας μήπως και κάτι ξεφύγει απ τους ήχους των ποδιών της. Κατά κακή μου τύχη, η σιωπή που επέλεξα, δεν μετέβαλε τη σιωπή των πραγμάτων. κι ας λένε ότι αυτοί που δε βλέπουν, ακούνε καλύτερα και ότι εκείνοι που ούτε ακούν, ούτε βλέπουν γεύονται καλύτερα. Η δική μου βουβαμάρα εντοιχίζεται στη βουβαμάρα των πραγμάτων. Η μαγεία είναι αόρατη και σιωπηλή.

Συνεπώς, ό,τι λέω, οφείλω να το λέω με λόγια δανεικά. Κολάζ συναισθημάτων πανάρχαιων χαραγμένων στο γρανίτη. Λόγια των πυραμίδων που δεν αποκρυπτογραφήθηκαν. Ταξίδι στις πηγές του κόσμου, αριθμοί του Πυθαγόρα αμέτρητοι.

Στην ουσία, τίποτα ικανό να ειπωθεί.

Από πού να δανειστείς τις λέξεις της αιώνιας ιστορίας του ταξιδιώτη; Σε κάθε τέτοιο ταξίδι, όσοι επέστρεψαν έχουνε χάσει τη μιλιά τους ή από τις νεράιδες ή από τα κρίματα. Η σειρά των σταυροφόρων κουβαλάει πίσω της πολύτιμες γνώσεις και σύφιλη.

Πόσα έχουν γραφτεί για κείνους τους βρώμικους στρατιώτες και εν τούτοις διαφεύγει το ουσιώδες… πως ο κόκκινος σταυρός θα έπρεπε να καθιερωθεί ως σύμβολο της ματαιότητας. Σύμβολο της Αργούς που έχει για πλήρωμα μια συμμορία ναυαγών.

Πάλι καλά που σε τούτη την υπέροχη ευρωπαϊκή γλώσσα έχουνε γραφτεί τόσο σημαντικά πράγματα που μπορούμε να παίρνουμε δάνεια από κάποιον Όμηρο ως τον Ρίλκε.

Το ζήτημα είναι πως εκείνοι οι τυφλοί ταξιδιώτες, οι ραψωδοί και οι τροβαδούροι δεν γράψανε μόνο – μερικοί δε γράψανε και καθόλου – .

Ταξίδεψαν.

Αναλώθηκαν.

Οι λέξεις τους ήταν η δικαιολογία για τη σιωπή τους.

Γιατί τί κρύβεται πίσω από το ” μοιρολόγι της φώκιας ” αν όχι η σιωπή;

Ποια ήταν η κορυφαία πράξη του Κίρκεγκορ αν όχι η απραξία του;

Παρηγοριέμαι κάθε φορά που κάποιοι με κάνουν να θυμάμαι τους ήχους των πραγμάτων και το απαλό χέρι της αγάπης που σβήνει τις ορδές των κατακτητών.

Το ταξίδι έτσι γίνεται λιγότερο αβάστακτο και η θέση μου πιο σταθερή στο καράβι του Ιπτάμενου Ολλανδού.

Γι’ αυτό ίσως και πάλι ν’ αξίζει να ψάξω να βρω τις κατάλληλες λέξεις.

Έστω να τις δανειστώ. Εν ανάγκη να καταστρέψω τα βιβλία και να ξεκολλήσω ένα ένα τα γράμματα.

Κι ίσως καταφέρω να πω αυτό που θέλω, αυτό που έχω στο μυαλό μου, αυτό που δε μ αφήνει να ησυχάσω, αυτό που με τραβάει στ’ ανοιχτά για να νοσταλγώ πάντα την ακτή που μακραίνει πίσω μου.

Στο κάτω κάτω και κείνος ο Αινείας, αν γνώριζε πόσο μάταιη, πόσο σύντομη, πόσο φτηνή ήταν η δόξα του Λατίου, ουδέποτε θα εγκατέλειπε τη Διδώ, για να γίνει στη συνέχεια η μνήμη του φωτιά που σιγοτρώει το σώμα της βασίλισσας.

Δε το γνώριζε όμως.

Να λοιπόν οι δανεικές μου λέξεις.

Συσσωρεύονται σε κάποιο μακρινό Λάτιο του μέλλοντος περιμένοντας τη μνήμη να τους αποδώσει τον κόκκινο σταυρό που αξίζουν.

Οφείλω πάντως να τις βρω….

0 0 vote
Article Rating
Παρακολούθησε τις απαντήσεις
Ενημέρωσε με για
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments