Αρκτοστάφυλος, θεραπευτικές ιδιότητες και τρόποι χρήσης.

Arctostaphylos

Bιότοπος – περιγραφή

H λατινική ονομασία του βοτάνου είναι Arctostaphylos uva-ursi και ανήκει στην οικογένεια των Ερικοειδών. Το συναντούμε και με τις ονομασίες Αρκουδοκούμαρο ή Αρκουδοστάφυλο. Προφανώς αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι καρποί του φυτού είναι εξαιρετική λιχουδιά για τις αρκούδες. Φυτρώνει στη βόρειο Ελλάδα σε ορεινές τοποθεσίες. Δυστυχώς λόγω της εντατικής συλλογής που γινόταν από παλιά έχει εξαφανισθεί από πολλές περιοχές της χώρας μας. Είναι ένας θάμνος μικρός και φουντωτός που φτάνει σε ύψος το ένα μέτρο περίπου και είναι καταπράσινος όλο το χρόνο (αειθαλές). Έχει πράσινα δερματώδη, γυαλιστερά φύλλα από πάνω με έντονα νεύρα στο κάτω μέρος. Τα άνθη του βγαίνουν νωρίς την Ανοιξη, ροδόλευκα, μικρά, σφαιρικά και κρεμαστά σαν καμπανούλες με οδοντωτό άνοιγμα. Οι καρποί του είναι στρογγυλοί και κόκκινοι όταν ωριμάζουν, με μέγεθος ρόγας σταφυλιού και έχουν ξινή γεύση. Είναι στενός συγγενής της κουμαριάς.

Ιστορικά στοιχεία

Οι Ινδιάνοι της Αμερικής χρησιμοποιούσαν το βότανο από τον 2ο αιώνα για την αντιμετώπιση των λοιμώξεων της ουροδόχου κύστης, την ουρηθρίτιδα, τις πέτρες νεφρών και την κυστίτιδα. Τους καρπούς τους χρησιμοποιούσαν για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Τα φύλλα επίσης, τα έβαζαν ως αρωματικό μαζί με καπνό, στις πίπες που κάπνιζαν στις θρησκευτικές τους τελετές.

Η πρώτη μνεία του Αρκτοστάφυλου ως φαρμακευτικό βότανο στην Ευρώπη αναφέρεται στον 12ο αιώνα. Το χρησιμοποιούσαν για την θεραπεία ήπιων λοιμώξεων του ουροποιητικού που εκφραζόντουσαν με αίσθημα καύσου κατά την διάρκεια της ούρησης ή λόγω συχνής διούρησης ιδιαίτερα στις γυναίκες. Γενικότερα ο Αρκτοστάφυλλος εθεωρείτο βότανο που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες και όχι οι άνδρες. Κατά τον Μεσαίωνα χρησιμοποιήθηκε ως διουρητικό βότανο. Ο Κλούσιους το περιγράφει το 1601 και ο Γκέρχαρντ το 1763 το συνιστά για φαρμακευτική χρήση.

Ο Μάρκο Πόλο τον 13ο αιώνα αναφέρει ότι οι κινέζοι το χρησιμοποιούσαν ως διουρητικό, για να θεραπεύσουν νεφρούς και προβλήματα ουροδόχου κύστης.

Συστατικά – χαρακτήρας

Τα φύλλα περιέχουν δύο γλυκοσίδια. Το αρβουτοσίδιο και το μεθυλαρβουτοσίδιο. Η περιεκτικότητα σε γλυκοσίδια, ποικίλλει ανάλογα με την προέλευση του βοτάνου και την εποχή συλλογής. Οι άλλες δραστικές ουσίες που περιέχει είναι τανίνες 6% της κατεχινικής ομάδας, διουρητικές φλαβόνες, τανίνες, φυτικές χρωστικές, πτητικό έλαιο και ρητίνη.

Ανθιση – χρησιμοποιούμενα μέρη – συλλογή

Το φυτό ανθίζει τον Μάιο και Ιούνιο. Το μέρος που χρησιμοποιείται για θεραπευτικούς σκοπούς είναι τα φύλλα και τα τρυφερά του βλαστάρια. Αυτά συλλέγονται σε όλη τη διάρκεια του χρόνου αλλά κατά προτίμηση Μάιο και Ιούνιο.

Θεραπευτικές ιδιότητες και ενδείξεις

Η δράση του βοτάνου είναι διουρητική, στυπτική, αντισηπτική και μαλακτική. Τα γλυκοσίδια που περιέχει και ιδιαίτερα η αβρουτίνη με την επίδραση της εμουλσίνης ή οξέων διασπάται και μετατρέπεται σε υδροκίνη και μετυλιδροκινόνη που έχουν απολυμαντική δράση. Αυτή η μετατροπή γίνεται σε ερεθισμένους ουροφόρους οδούς και όχι σε υγιή όργανα. Στις ασθένειες των ουροφόρων οδών μπορεί το βότανο να αποδώσει μόνο όταν τα ούρα έχουν αλκαλική αντίδραση. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί αν παράλληλα με την αλκαλική τροφή που τρώμε, χρησιμοποιήσουμε διτανθρακικό νάτριο για να δυναμώσει η δράση του βοτάνου, όταν τα ούρα είναι όξινα.

Ο Αρκτοστάφυλος έχει ειδική αντισηπτική και στυπτική επίδραση στις βλεννογόνες μεμβράνες του ουροποιητικού συστήματος όπως προαναφέραμε. Τις καταπραΰνει, τις τονώνει και τις δυναμώνει. Εχει βρεθεί ότι είναι χρήσιμο για τη θεραπεία των κυστίτιδων (φλεγμονές της ουρήθρας) που αντιστέκονται στα αντιβιοτικά στους παραπληγικούς.

Επίσης το βότανο χρησιμοποιείται όταν υπάρχει άμμος ή εξελκώσεις στο νεφρό ή την ουροδόχο κύστη. Μπορεί να χορηγηθεί στην αγωγή λοιμώξεων όπως η πυελίτιδα και η κυστίτιδα ή σαν μέρος μιας ολιστικής προσέγγισης για πιο χρόνια προβλήματα των νεφρών. Είναι χρήσιμο στην αγωγή της άμμου (ψαμμίαση) ή των λίθων στα νεφρά. Λόγω της μεγάλης στυπτικότητας χρησιμοποιείται σε μερικές μορφές νυκτερινής ενούρησης. Με τη μορφή των κολπικών πλύσεων είναι χρήσιμο στις εξελκώσεις και τις λοιμώξεις του κόλπου.

Το βότανο συνδυάζεται καλά για τις ουρικές λοιμώξεις με Αγριάδα και Αχιλλέα. Δίνεται και σε συνδυασμό σε ίσες ποσότητες με Λιναρόσπορο.

Η χρήση του χρωματίζει τα ούρα. Δεν χρειάζονται μεγάλες δόσεις.

Στην ομοιοπαθητική χρησιμοποιούν ένα βάμμα από νωπά φύλλα, εναντίον της κυστίτιδας, της χρόνιας πυελονεφρίτιδας και της λιθίασης.

Παρασκευή και δοσολογία

Παρασκευάζεται ως έγχυμα. Ρίχνουμε ένα φλιτζάνι βραστό νερό σε 1-2 κουταλιές του τσαγιού ξηρό βότανο και το αφήνουμε 10-15 λεπτά. Σουρώνουμε και πίνουμε έως τρεις φορές την ημέρα. Υπό μορφή εμβρέγματος η δοσολογία είναι 1,5-4 γραμμάρια σε 150ml νερό 2-4 φορές την ημέρα. Το έμβρεγμα χρησιμοποιείται αμέσως μετά το σούρωμα του βοτάνου.

Προφυλάξεις

Η υπερβολική δόση μπορεί να προκαλέσει γλυκοζουρία και να βλάψει το συκώτι. Η φυσιολογική χρήση του στην κατάλληλη δοσολογία είναι απόλυτα ασφαλής. Επίσης αν το χρησιμοποιούμε για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορεί να προκαλέσει δυσκοιλιότητα. Η χρήση του βοτάνου πρέπει να αποφεύγεται σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών. Δεν χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε λοιπόν αυτό που ισχύει άλλωστε για όλα τα βότανα. Η σωστή δόση και χρήση τους είναι αυτή που αναδεικνύει την ωφέλεια τους στον οργανισμό μας.

Πηγή

Άσε το σχόλιο σου

avatar
  Παρακολούθησε τις απαντήσεις  
Ενημέρωσε με για