Εκτός σκηνής

Εκτός σκηνής

Κάποιοι άνθρωποι μας φαίνονται περίεργοι, παράξενοι. Καμμιά φορά νομίζουμε πως χάσανε τα λογικά τους ώσπου φτάνει η στιγμή που τους γνωρίζουμε και τότε βλέπουμε πως είναι πιο έξυπνοι από όλους. Είναι ο πόνος που τους οδηγεί “εκτός σκηνής”.

Στην γειτονιά μου υπήρχε ένας τέτοιος παράξενος άνθρωπος. Ζούσε μόνος του. Έτσι τον θυμάμαι, μια ζωή μόνο του. Τριγυρνούσε στην γειτονιά μ’ ένα κουτί στο χέρι και ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο πέτο του σακακιού του. Μετά χανόταν. Που πήγαινε δεν ήξερα. Ήθελα όμως να μάθω. Ένα πρωί τον ακολούθησα. Περπατούσε με βήμα ταχύ σα να ήθελε να προλάβει κάτι. Το βήμα μου το ίδιο ταχύ μ’ εκείνου και προσεκτικά να μην με καταλάβει.

Φτάσαμε στο μικρό δασάκι της περιοχής. Ο παράξενος άνθρωπος κάθησε κάτω από ένα δέντρο και ακουμπώντας στον κορμό του άνοιξε το κουτί που κάθε μέρα κρατούσε στο χέρι του. Το άνοιξε ευλαβικά και από μέσα έβγαλε ένα ρολόι και ένα σακουλάκι που δεν μπορούσα να διακρίνω τί έχει μέσα. Κάτι μονολογούσε. Δεν μπορούσα να ακούσω τι έλεγε. Άνοιγε το σακουλάκι και έριχνε από το περιεχόμενο του πάνω στην παλάμη του. Το κρατούσε σφιχτά και μετά το πετούσε στον αέρα. Μετά το ξαναέκλινε μάζευε το ρολόι και τα ξαναέβαζε το ίδιο ευλαβικά μέσα στο κουτί. Σηκωνόταν και έφευγε. Τρείς μέρες τώρα που τον παρακολουθούσα αυτό έκανε. Έμοιαζε σαν κάποιο τελετουργικό. Δεν θα σταματούσα την παρακολούθηση μέχρι να καταλάβω γιατί το κάνει αυτό. Ημέρα τέταρτη ξεκίνησα πάλι πίσω από τον παράξενο γείτονα μου για την γνωστή διαδρομή. Φτάσαμε στο δασάκι. Περίμενα να δω ξανά τις ίδιες κινήσεις του. Νόμιζα ήμουνα καλά κρυμμένη. Γυρνάει απότομα “ξέρω πως είσαι εκεί” ακούστηκε η φωνή του. Πάγωσα. Αρνητικές εικόνες κατέκλυσαν το μυαλό μου. “Και αν με βιάσει; Και αν με στραγγαλίσει;” πριν ολοκληρώσω τις σκέψεις μου είχε βρεθεί δίπλα μου. Κρύος ιδρώτας. Φόβος. Μα εκείνος απλά μου χαμογέλασε. Δεν με πείραξε, μόνο μου χαμογέλασε. Αναθάρρεψα λιγάκι.

“Έλα” μου είπε και μου έκανε νεύμα να τον ακολουθήσω. Δεν είχα επιλογή, τον ακολούθησα μουδιασμένη. “Μη φοβάσαι” συνέχισε να μου λέει, “έρχομαι εδώ γιατί έχω ραντεβού με εκείνη, πιστεύω δεν θα ενοχληθεί που έφερα παρέα.” Στο σημείο αυτό θα έπρεπε να πω “εντάξει ο ανθρωπος τα έχει εντελώς χαμένα” και όμως κάτι με έκανε να μην το πω, να μην σκεφτώ καν έτσι. Καθήσαμε κάτω από το δέντρο όπως έκανε κάθε μέρα. “Έχεις πάει στη θάλασσα;” με ρώτησε. “Ναι” του απάντησα. “Την αγαπάς, σου αρέσει;” συνέχισε. “Ναι” του απάντησα ξανά. “Εγώ την μισώ.” μου απάντησε με οργή. Δεν απάντησα. Εκείνος συνέχισε να μιλάει, “Μια βουτιά θα έκανε και θα γυρνούσε. Η Ελένη λέω. Έτσι μου είπε. Μια βουτιά και θα γυρνούσε. Είμασταν παντρεμένοι και είχαμε παει διακοπές στο νησί. Την αγαπούσα πολύ. Εκείνο το απόγευμα είχαμε αράξει στην παραλία και ξαφνικά της ήρθε να κάνει μια βουτιά. Περίμενα. Μια περίεργη ησυχία όμως που επικρατούσε με αναστάτωνε. Σηκώθηκα και κοιτούσα μήπως και φανεί. Τίποτα. Κάλεσα βοήθεια. Την ανέσυραν νεκρή, δεν θυμάμαι μετά από πόση ώρα. Ο ιατροδικαστής είπε πως πιθανών έχασε τις αισθήσεις της καθώς κολυμπούσε. Ποτέ μου δεν πίστεψα πως η Ελένη δεν ζει. Έρχομαι εδώ και την συναντώ. Οι ψυχές δεν πεθαίνουν. Να εδώ μέσα έχω κάποια από τα πράγματά της.” Άνοιξε το κουτί, έβγαλε το ρολόι και το σακουλάκι το οποίο τώρα πια έβλεπα πως ήταν άμμος. “Το φορούσε σ’ εκείνη την τελευταία βουτιά”, μου είπε δείχνοντας το. “Και το σακουλάκι;” τον ρώτησα. “Έχει την άμμο της παραλίας που τελευταία φορά την φίλησα. Ανακατεύω κάθε μέρα λίγη από την άμμο με το χώμα, τα σμίγω και ο αέρας τα πηγαίνει σ’ εκείνη. Να νιώθει πως δεν την ξέχασα.” Δεν μιλήσαμε άλλο. Ένας κόμπος στο λαιμό μου με εμπόδιζε. Εκείνος κοιτούσε ψηλά σα να περίμενε να την δει. Σηκώθηκα να φύγω. Δεν αντέδρασε καθόλου. Τον άφησα εκεί με το βλέμμα ψηλά και έφυγα σχεδόν τρέχοντας. “Τόσος πόνος και εμείς νομίζαμε πως ήτανε τρελός.” σκεφτόμουνα.

Δέκα μέρες περάσανε από εκείνη την συνάντηση μου με τον παράξενο γείτονα. Τον έβλεπα κάθε μέρα να συνεχίζει την ίδια διαδρομή. Δεν με χαιρετούσε, λες και ποτέ δεν συναντηθήκαμε. Δεν τον παρεξήγησα, η σελίδα της ζωής του ήταν πια μόνο μια και έγραφε “Ελένη”, δεν γνώριζε τίποτα άλλο. Ο παράξενος γείτονας ανηφόριζε προς το δασάκι και εγώ έβαλα στην Μισέλ, την γάτα μου, να πιει το γάλα της. Κατά ένα περίεργο λόγο όμως δεν το ήθελε και κοιτούσε και εκείνη ψηλά. Παραξενεύτηκα. Κοίταξα και εγώ ψηλά μαζί με την Μισέλ. Ένα χελιδόνι πετούσε κρατώντας στο ράμφος του ένα ροδοπέταλο από κόκκινο τριαντάφυλλο. Χαμογέλασα. “Έχει δίκιο”, σκέφτηκα. “Η Ελένη του ζει.”

Δεν υπάρχουν ίσως παράξενοι άνθρωποι. Έτσι τους αποκαλούμε μάλλον εμείς, επειδή η συμπεριφορά τους δεν μας είναι οικεία. Υπάρχουν απλά άνθρωποι. Άλλοι κάτι έχουν χάσει, άλλοι κάτι αναζητούν. Αρκεί η απώλεια ή η εύρεση να τους κάνει να παραμένουν άνθρωποι.

0 0 vote
Article Rating
Παρακολούθησε τις απαντήσεις
Ενημέρωσε με για
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments